Menu

 

logoidea

Το άγχος του θανάτου και η θρησκεία. Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη

Το ένστικτο επιβίωσης είναι σύμφυτο σε όλα τα έμψυχα όντα.  Ο άνθρωπος όμως, είναι το μόνο πλάσμα που βιώνει το υπαρξιακό άγχος, επειδή γνωρίζει πως θα πεθάνει.  Στις πρωτόγονες κοινωνίες, το άγχος βοηθούσε τους ανθρώπους να πάρουν μέτρα ενάντια στους κινδύνους που παραμόνευαν.  Ο Φρόυντ πίστευε πως το άγχος λειτουργούσε ως ένα προειδοποιητικό καμπανάκι για παρακείμενο κίνδυνο και ο Δαρβίνος αναγνώρισε πως αρκετά είδη ζώων επεβίωσαν εξελικτικά επειδή μπορούσαν να διαισθανθούν το κακό και να προφυλαχθούν εγκαίρως.  Ωστόσο, η εξέλιξη έφερε τους ανθρώπους ακόμα πιο κοντά στη συνειδητοποίηση του πεπερασμένου της ύπαρξής τους και - σε συνδυασμό με την ανησυχία για τις καθημερινές δυσκολίες της ζωής - δημιούργησε αδιέξοδο: σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, ο άνθρωπος βούλιαξε στην απόγνωση και το χάος.  Έγινε δηλαδή ένα «υπεραγχώδες ζώο το οποίο διαρκώς εφευρίσκει αιτίες για να αγχώνεται ακόμα και όταν αυτές δεν υπάρχουν».  
 
Η άρνηση της βεβαιότητας του θανάτου διαφαίνεται στην προσπάθεια των ανθρώπων να χειριστούν τις ζωές τους και τα υπάρχοντά τους.  Ο αγχωμένος άνθρωπος τακτοποιεί τα πράγματα σε κατηγορίες, κάνει σχέδια, κινείται διαρκώς σε μια προσπάθεια να βγάλει το θάνατο από το μυαλό του: ταξιδεύει, εργάζεται και διασκεδάζει ξέφρενα.  Την ίδια στιγμή ψάχνει τρόπους να προαχθεί της ταπεινότητάς του και να «διασφαλίσει» το σινάφι του: κάνει παιδιά, τους δίνει τα ονόματα των προγόνων του, ερωτεύεται, μορφώνεται, σπουδάζει, καταναλώνεται σε τελετές και ιεροτελεστίες σε μια προσπάθεια να «ενωθεί» με το σύμπαν, με το θείο, με το αιώνιο.  Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας αυτοσυντήρησης είναι η δημιουργία και η εξέλιξη του πολιτισμού μας.  Καμιά όμως πράξη δεν είναι ικανή να ξεριζώσει το φόβο του θανάτου από την ψυχή του.  Εξαναγκάζοντας τον εαυτό του στη λήθη, καταφέρνει στην ουσία να ενισχύει αυτό τον φόβο υποσυνείδητα.  Η αποφυγή του θέματος του θανάτου από τις καθημερινές συζητήσεις των ανθρώπων είναι η μεγαλύτερη απόδειξη του τρόμου που αυτό το θέμα προκαλεί.  Παρόλο που ο επιστημονικός πειραματισμός κατόρθωσε να μεταφράσει τον γενετικό κώδικα και να ξεδιπλώσει τα μυστήρια της ανάπτυξης και της εξέλιξης εξασφαλίζοντας ποιότητα ζωής και μακροβιότητα, τα σύγχρονα πορίσματα ερευνών μάλλον έκαναν τη μυστικοπάθεια μόδα, επειδή κατάφεραν να παρατείνουν το μύθο του αφανισμού και της ανυπαρξίας με αποτέλεσμα να ενισχύσουν τις ψευδαισθήσεις μας.  Πράγματι, νομίζουμε πως βρισκόμαστε πολύ πιο κοντά στην αιώνια ζωή.
 
Οι εμπειρικές έρευνες παρουσιάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο πολιτισμός μας κατόρθωσε σταδιακά να μας οπλίσει με έναν μηχανισμό εξουδετέρωσης των μακάβριων σκέψεων που προκαλούν τη φρίκη για τον θάνατο.  Όμως δεν υπήρξε ποτέ απόλυτα δυνατός από μόνος του στο να μας διασφαλίσει από την αγωνία.  Σε αυτό το σημείο, η θρησκεία με όλες τις παραλλαγές της, προέκυψε ως το σύστημα που θα μπορούσε να ανακουφίσει τον άνθρωπο από το υπαρξιακό άγχος, αφού κατάφερε να εκλογικεύσει τις υπερφυσικές απορίες που τον βασάνιζαν: η θεολογική σκέψη βρίσκεται στη βάση ενός πολιτισμού που επιβεβαιώνει την αθανασία.  Πολλές θρησκευτικές ομάδες υπόσχονται μετά θάνατο ζωή σ’εκείνους που θα συναινέσουν σε ένα δόγμα και θα οργανώσουν τις ζωές τους σε σχέση με τις αρχές αυτού του δόγματος.  
 
Ο Φρόιντ παραλλήλισε την ψυχολογική σχέση με το Θεό με την πρώτη συναισθηματική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο βρέφος και τη μητέρα.  O Bowlby πίστευε πως η διαδικασία της παραμονής ενός βρέφους δίπλα σε μια τροφό η οποία ικανοποιεί τις βασικές ψυχοσωματικές ανάγκες του, οδηγεί σταδιακά στην ενίσχυση του ψυχικού δεσμού που συνδέει τα δύο πρόσωπα και οδηγεί στο χτίσιμο της συναισθηματικής σταθερότητας του βρέφους.  Αυτή η πρώτη σχέση γίνεται το πρότυπο με βάση το οποίο διαμορφώνονται όλες οι κατοπινές διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου.  Εάν αυτή η σχέση παρουσιάσει προβλήματα, τότε η προσωπικότητα του μετέπειτα ενήλικα θα αντανακλά την ανασφάλεια μιας διαδικασίας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.   
 
Ο Φρόιντ προχώρησε αυτή τη θεωρία λίγο παραπέρα, υποστηρίζοντας πως η θρησκεία συνέδεσε την επιθυμία για αιώνια ζωή με την ιδέα μιας υπερφυσικής, ανθρωπόμορφης υπόστασης, η οποία προβάλλεται στη συνείδηση του ανθρώπου ως άλλος πατέρας (τροφός) που θα σώσει τα παιδιά του από την κοσμική ταραχή.  Αυτός ο πατέρας που έχει ανοιχτή αγκαλιά για όλα του τα παιδιά, βοηθά στην αποκατάσταση της χαμένης εμπιστοσύνης των ανθρώπων προς τους φυσικούς τους γονείς, εμπιστοσύνης που χάθηκε στην παιδική ηλικία (ελλιπής προσκόλληση και άρα ανασφαλές μεγάλωμα).  Υπό την προστασία του πατρικού σχήματος, οι άνθρωποι παίρνουν κουράγιο και δύναμη για να τα βγάλουν πέρα στην ζωή.  Κατ’επέκταση, οι θρησκευτικές ομάδες αντιμετωπίζουν τους οπαδούς τους ως ισότιμα μέλη μιας ευρύτερης οικογένειας.  Αποτελούν από μόνες τους μικρές κοινότητες, μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι ενισχύουν την αυτοεικόνα τους και τυγχάνουν αποδοχής χωρίς να χρειάζεται να προσπαθήσουν πολύ ως αυτόφωτες προσωπικότητες– φτάνει μόνο να πιστεύουν.  Με αυτό τον τρόπο οι θρησκευτικές ομάδες κατορθώνουν να διατηρούν τις ισορροπίες ανάμεσα στην παράφορη ζωή και τον τρόμο που προκαλεί ο επικείμενος θάνατος.  Το μυστικό βρίσκεται στην προώθηση της ιδέας της «συμβολικής αθανασίας», μιας εναλλακτικής σκοπιάς από την οποία μπορεί κανείς να «δει» το μέλλον του με μεγαλύτερη σιγουριά, ως ένα άλλο επίπεδο συνείδησης που δεν έχει βιολογκούς περιορισμούς, αλλά προϋποθέτει την πνευματική και ηθικοκοινωνική υπέρβαση.  Πολύ συχνά, το συναντάμε και στην πολιτική, στις συμπεριφορές και την τυφλή υποταγή των οπαδών σε κάποιο κόμμα.
 
Ο Κιρκέγκωρ έλεγε πως «οι θρησκείες, είναι ταξιδιωτικά πρακτορεία που μας υπόσχονται ένα εξασφαλισμένο ταξίδι στον ουρανό, αλλά κανείς δεν επέστρεψε ποτέ από εκεί για να μας πει αν έμεινε ικανοποιημένος από τη διαδρομή και τη διαμονή».
 
Αυτό που κατάφεραν να κάνουν τα θρησκευτικά κινήματα, είναι να δημιουργήσουν μια παρωδία της πραγματικότητας, όπου το άτομο προωθείται στον ηρωισμό.  Έτσι, τα θρησκευτικά κινήματα ανακυκλώνουν ένα είδος νεύρωσης, αφού το δώρο του συμβολισμού που αυτά προσφέρουν – ένα δώρο που υποτίθεται πως θα απελευθέρωνε τους ανθρώπους από τις ανησυχίες της εύθραυστης φύσης τους – στην πραγματικότητα, τους υποδουλώνει σε ένα δούναι και λαβείν που δεν εξαλείφει το άγχος αλλά ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και, συχνά, το μίσος.  Σταδιακά, οι μοντέρνες κοινωνίες έβαλαν τέλος στην επιλογή και μεταμόρφωσαν τον άνθρωπο σε εξάρτημα μηχανής.  Μαζί με τον πολιτισμό, η θρησκεία παραδίδει μαθήματα στους ανθρώπους σχετικά με την ερμηνεία του κόσμου, μαθήματα που τους βοηθούν μεν να συνεχίσουν να επιβιώνουν, αλλά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.  Επιπλέον, η μετάβαση από το αδιέξοδο των πρώτων χρόνων ζωής στη θρησκευτική εξάρτηση της ενηλικίωσης, πραγματοποιήθηκε με τρόπο που ο Jung αποκαλεί υβριστικό, επειδή χάρισε στους ανθρώπους την ψευδαίσθηση αλλά όχι τη δύναμη της ανεξαρτησίας και της ελεύθερης βούλησης.
 
Οι μη-δυτικού τύπου πολιτισμοί έχουν διατηρήσει το αρχικό φιλοσοφικό σενάριο που συνδέει τις θρησκείες με τον μύθο από τον οποίο ξεπήδησαν, σύμφωνα με το οποίο ο θάνατος δεν θεωρείται το απόλυτο τέλος της ύπαρξης, αλλά ποικίλλει ως συμβάν, από πέρασμα σε μια ανώτερη συνειδητότητα, μέχρι ανεύρεση ενός άλλου κόσμου, ενός είδους παράδεισου για τους εκλεκτούς.  Σε κάθε περίπτωση, ο θάνατος δεν είναι το τέρμα αλλά μάλλον μια μετάβαση, μια γέφυρα για ένα περαιτέρω στάδιο.  Για τους Ινδουιστές, ο έκλυτος βίος, η γεμάτη πάθη ζωή, δεν είναι παρά μια φυλακή, μια απομάκρυνση από την αληθινή μας φύση, μια ενεργειακή σπατάλη που μετασχηματίζεται σε αρρώστια και, σταδιακά, μας ροκανίζει εκ των έσω.  Αντίθετα, ο θάνατος έρχεται ως πνευματική απελευθέρωση να μας αφυπνίσει και να μας απελευθερώσει από τη σαρκική υποδούλωση.  
 
Οι πολιτισμοί στους οποίους η μετενσάρκωση παίζει σημαντικό ρόλο, βλέπουν το θάνατο ως πιο σημαντικό από τη ζωή όπως τη γνωρίζουμε μέσα από αυτό το σώμα που κουβαλάμε.  Γι’αυτούς, ο πόνος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της βιολογικής μας εξέλιξης.  Όλα στη ζωή, είναι πόνος.  Ο στόχος είναι η πνευματική εξύψωση σε ένα επίπεδο που θα παραμένει ανεπηρέαστο από τους πειρασμούς της καθημερινότητας και δεν θα κρατάει το άτομο φυλακισμένο στην αλληλουχία ζωής-θανάτου.  Ο θάνατος είναι ένα είδος «προαγωγής» και το άτομο που θα καταφέρει να σπάσει τα δεσμά της σάρκινης φυλακής του, θα έχει μια θέση στο σύνολο των θεοτήτων ή των μεγάλων ανδρών (βλέπε αποστολές αυτοκτονίας).  
 
Οι δυτικού τύπου πολιτισμοί διαχωρίζουν το γήρας και το θάνατο από τα υπόλοιπα στάδια της ζωής ενός ανθρώπου, παρουσιάζοντάς τα ως θλιβερές επιπτώσεις της ανικανότητάς μας να ελέγξουμε τη φύση και να σταματήσουμε (με τεχνητά μέσα) τη φθορά.  Ο ορθολογιστής επιστήμονας, βλέπει την πίστη στη μετά-θάνατο ζωή ως μια προσωπική αδυναμία του ανθρώπου να ξεπεράσει τους πρωτόγονους φόβους του.  Ο ίδιος ο κλάδος των ψυχολόγων  ρίχνει περισσότερο βάρος στη θεραπεία του φόβου του θανάτου και προσθέτει ένα λιθαράκι στο συνολικό «κίνημα» υπέρ της υγείας και της μακροβιότητας, εις βάρος της πραγματικής αποδοχής του θανάτου ως μέρους της ζωής.  Ο Νίτσε έφτασε να ονομάζει το φόβο του θανάτου μια «Ευρωπαϊκή νόσο» οφειλόμενη σε μεγάλο ποσοστό στην επιρροή του Χριστιανισμού στο σύγχρονο τρόπο σκέψης.
 
 
* Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Ψυχολόγος με ειδίκευση στη διεργασία πένθους.
Δέσποινα Λιμνιωτάκη

Ζω και εργάζομαι στο Ηράκλειο Κρήτης.   Σπούδασα Παιδαγωγικά και Ψυχολογία και έκανα μεταπτυχιακή ειδίκευση στις διεργασίες, την πρόληψη και τη θεραπεία προβλημάτων που αφορούν σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες.  ‘Εχω κάνει έρευνα πάνω στον υπαρξιακό φόβο και τη στάση που κρατούν οι άνθρωποι απέναντι σε επικείμενο θάνατο, όπως εφαρμόζονται στη διεργασία πένθους.
 
Το πρώτο μου βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίτανος, με τον τίτλο: "Ζήτημα Ζωής και Θανάτου - ο φόβος του θανάτου, η διεργασία πένθους και το κυνήγι της ευτυχίας στην καθημερινή ζωή".  
 
‘Εχω κάνει και πέντε-έξι άλλα πράγματα, αλλά το γεγονός ότι λατρεύω να γράφω και να διαβάζω είναι η κεντρική ιδέα που θα ήθελα να θυμούνται οι φίλοι.
 
  • Δεν βρέθηκαν σχόλια

Αφήστε τα σχόλια σας

0
τους όρους και τις συνθήκες.
επιστροφή στην κορυφή
arriton2
© 2013, arriton.gr