Menu

 

logoidea

Eλλάς, Γερμανία:Θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία.

Toυ Νίκου Γιαννή.Ενώ στην Ελλάδα το 2007 και 2008 αγρότες,  αδύνατοι κ.α. εισέπρατταν τσάμπα χρήματα λόγω κρίσης και άλλοι εξυπηρετούντο ποικιλοτρόπως μέχρις διορισμού και το 2009 λεφτά υπήρχαν, όλα αυτά στου κασίδι το κεφάλι, την ίδια χρονιά (2009) η Γερμανία σημείωνε τη μεγαλύτερη οικονομική ύφεση από τον β΄παγκόσμιο πόλεμο, -5,1% του ΑΕΠ, κύκλο στον οποίο είχε εισέλθει  από τον Σεπτέμβριο 2008. Τη χρονιά αυτή το εμπορικό ισοζύγιο του γερμανικού εξαγωγικού γίγαντα έπεφτε κατά €50δις σε σχέση με το 2007, φτάνοντας τα 118,5δις.  Όμως το 2010 πέτυχε +4,2% και το 2011 +3%.
 
Η αμερικανική κρίση του 2007 βρήκε τη Γερμανία υπό κυβέρνηση μεγάλης συνεργασίας, χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών που είχαν αποσπάσει περίπου τα ίδια εκλογικά ποσοστά. Η προηγούμενη κυβέρνηση σοσιαλδημοκρατών και πρασίνων είχε περάσει αμφισβητούμενα μέτρα, υποτίθεται υπέρ της απασχόλησης αλλά στην ουσία σε βάρος της ανάπτυξης, οπότε γι’ αυτήν την κυβέρνηση της μεγάλης συνεργασίας ήταν εύκολο να περάσει μέτρα απελευθέρωσης και πρόσκαιρης λιτότητας, ειδικώς προνοώντας έγκαιρα για τις συνέπειες της επερχόμενης κρίσης.
 
Το σημαντικότερο, διαβλέποντας την καταιγίδα, εργοδότες και εργαζόμενοι, αντί να διχασθούν σε δοσίλογους του «παγκόσμιου κυβερνήτη» και σε «πατριώτες», συνήψαν οικειοθελώς μεταξύ τους ένα μνημόνιο, ώστε ο Σόιμπλε να φτάνει να αναγνωρίζει δημοσίως το 2013 ότι η επιτυχία οφείλεται κατά βάση στους κοινωνικούς εταίρους παρά στους πολιτικούς! Αντιθέτως στην Ελλάδα ουδείς εργαζόμενος παραχώρησε ποτέ το παραμικρό (υπέρ του μέλλοντος του) χωρίς λυσσαλέα αντίσταση και, αντιστοίχως, το ελάχιστο ίχνος απόπειρας μεταρρύθμισης και πιθανής κυβερνητικής επιτυχίας διατυμπανίζεται,  όπως διανέμεται πανηγυρικά και ένα πλεόνασμα 2,5 δις ενός κράτους που χρωστά 320δις και δεν μπορεί και να δανειστεί ακόμη καλά - καλά!
 
Η Γερμανία χτυπήθηκε σκληρά από την παγκόσμια κρίση. Πολύ μεγάλη έκθεση του τραπεζικού της συστήματος στην κρίση και μεγάλη πτώση της ζήτησης, έθεσαν σε σοβαρό κίνδυνο τόσο την ανάπτυξη όσο και τη δημοσιονομική σταθερότητα. Έτσι λοιπόν, αρχικώς η κυβέρνηση μεγάλης συνεργασίας και κατόπιν η κυβέρνηση συντηρητικών – φιλελευθέρων, πήραν κατεπείγοντα μέτρα τόσο για τη δημοσιονομική σταθερότητα όσο και για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας, αφού η γερμανική οικονομία εξαρτάται πάρα πολύ από το εξωτερικό εμπόριο. Ο γερμανικός λαός με την ψήφο του και με τη στάση του, επέλεγε όλο και πιο φιλελεύθερα μέτρα, όλο και πιο φιλελεύθερες κυβερνήσεις, προέτασσε το μακροπρόθεσμο του βραχυπρόθεσμου.
 
Υπάρχει άραγε απόδοση χωρίς επένδυση και επένδυση χωρίς κίνδυνο; Έτσι, απελευθερώθηκαν πλήρως οι μισθοί, μειώθηκε το μη μισθολογικό κόστος και αυξήθηκαν τα όρια συνταξιοδότησης, στηρίχθηκε ο τραπεζικός τομέας, αυξήθηκε η εγγύηση των καταθέσεων, αγοράσθηκαν τα τοξικά προϊόντα (ενώ γενικώς το τραπεζικό σύστημα της ήταν διστακτικό στα καινοτομικά εργαλεία των χρηματοπιστωτικών αγορών του ’90 και 2000), καταπολεμήθηκε η βραχυπρόθεσμη κερδοσκοπία, αυξήθηκαν οι δημόσιες επενδύσεις. Δεν δόθηκαν ενισχύσεις (που εξάλλου θα ήταν παράνομες) στην αυτοκινητοβιομηχανία αλλά υποστηρίχθηκε η ρευστότητα της.
 
Η ανεργία μειώθηκε χάριν της λεγόμενης μη τυπικής απασχόλησης, διαρρηγνύοντας παντού το συντηρητικό θεσμικό πλαίσιο προστασίας όσων βρίσκονται εντός εργασίας σε βάρος όσων είναι εκτός (για να γνωρίζουμε κι εμείς ποιοί αντιδρούν σε κάθε αλλαγή!). Το 2011 υπήρχαν 3 εκ. εργαζόμενοι με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, 5εκ. μερικής απασχόλησης, 3εκ. χαμηλών αποδοχών (κάτω από €400/μήνα, βραχυπρόεθσμα συμβόλαια μέχρι 2 μήνες/χρόνο) και 1εκ. μέσω εξωτερικών γραφείων μίσθωσης εργασίας. Ενισχύθηκε ισχυρά, επειγόντως και ποικιλοτρόπως η κατάρτιση των ανέργων αλλά και των εργαζομένων και η προσαρμογή τους στις νέες συνθήκες.
 
Λίγο πριν τις εκλογές και το τέλος της κυβέρνησης μεγάλης συνεργασίας, τον Οκτώβριο του 2009, κατοχυρώθηκε συνταγματικά η δημοσιονομική υπευθυνότητα και η αυτόματη διόρθωση προς αποφυγή της δημιουργίας κρατικού χρέους, κάτι που βεβαίως υπηρέτησε πιστά η νέα γερμανική κυβέρνηση δεξιάς – φιλελευθέρων και φυσικά η νέα κυβέρνηση μεγάλης συνεργασίας (CDU/CSU-SPD) σήμερα. Το κρατικό έλλειμμα έφτασε για τελευταία φορά στο 4%  το 2011. Το διαρθρωτικό έλλειμμα δεν θα ξεπερνά πλέον ποτέ το 0,35% του ΑΕΠ από το 2016. Στο μεταξύ το 2010, «κόπηκαν» δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας ύψους €30δις, δημόσιας διοίκησης €13,5δις, οικογενειακά επιδόματα και ενόπλων δυνάμεων €18δις, βάρη προς τις επιχειρήσεις €19,2δις, συνολικά €82δις και εισαγωγή φόρου αερομεταφορών €10δις από 1.1.2011 κι όλα αυτά χωρίς ν’ «ανοίξει μύτη».
 
Βεβαίως, η Γερμανία στάθηκε τυχερή τρόπον τινά, αφού χρειάσθηκε να προβεί σε δραστικές προσαρμογές λόγω της επανένωσης της μετά το 1990. Η προτεσταντική συναίνεση ανέβασε τον πήχυ και το κόστος εργασίας περιορίσθηκε αισθητά, λόγω της ισότιμης πρόσβασης αλλά και της θεμιτής αξίωσης ανόδου που απέκτησαν οι ανατολικογερμανοί και, ήδη πριν την κρίση, από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν στην Ελλάδα ήμασταν στα πάρτυ του EURO και των Ολυμπιακών Αγώνων, η Γερμανία έπαιρνε νέα μέτρα και ανέκαμπτε αποφασιστικά. Μετά το καμπανάκι της παραβίασης των υποχρεώσεων της για το έλλειμμα και το χρέος στις αρχές της δεκαετίας του 2000, ξεκίνησε μια μεγάλη προσπάθεια δημοσιονομικού «συμμαζέματος» για έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό ήδη το 2004, παρά την αριστερή κυβέρνηση (CSU-Πράσινοι). Οι παραδοσιακές της μικρομεσαίες επιχειρήσεις είχαν σημαντική συμβολή στην οικονομική ανάκαμψη. Το Ευρώ, φαίνεται ότι συνέβαλε επίσης εν μέρει στο «γερμανικό θαύμα» το νεότερο, βασικά γιατί σχεδόν εξαφάνισε τους συναλλαγματικούς κινδύνους στους οποίους είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένες οι εξαγωγές, αν και αρκετοί Γερμανοί οικονομολόγοι της κυρίαρχης σχολής το αρνούνται.
 
Όταν «ήλθε ο χειμώνας» της κρίσης λοιπόν για όλους και ειδικώς για τους «τζίτζικες», μετά το 2010, η Γερμανία βρέθηκε στη θέση του ασφαλούς ενδοευρωπαϊκού τραπεζικού καταφυγίου, ο κρατικός δανεισμός της κέρδισε πρωτόγνωρα χαμηλά επιτόκια, οι εξαγωγές της ευνοήθηκαν από τη διεθνή υποτίμηση του Ευρώ λόγω της κρίσης και προσελκύσθηκαν εργαζόμενοι στη Γερμανία, ειδικώς δε εξειδικευμένοι υψηλών προσόντων, με μικρότερο κόστος οι οποίοι συμβάλλουν στην ανάπτυξη της. Έτσι όμως κατάφερε να εγγυηθεί για όλους στην Ευρωζώνη καταρχήν τη διάσωση και πλέον τη σταθερότητα του Ευρώ. Φυσικά αυτό δεν έγινε χωρίς κόστος, αφού από την άλλη μεριά οι απευθείας μεταβιβάσεις από τον γερμανικό προϋπολογισμό στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας έχουν κοστίσει μέχρι το τέλος του 2013 στον Γερμανό φορολογούμενο €22δις, αλλά και, έμμεσα, π.χ. με την είσπραξη λιγότερων φόρων που οφείλονται στο ελληνικό κούρεμα και τα μειωμένα κέρδη της γερμανικής κεντρικής τράπεζας.
 
Εν κατακλείδι, η γερμανική επιτυχία με βάση τα αξιόπιστα στοιχεία των διεθνών οργανισμών και ανεξάρτητων μελετών, δείχνει να οφείλεται, στην πανίσχυρη εξειδίκευση στα υψηλής ποιότητας βιομηχανικά προϊόντα και συναφείς υπηρεσίες, γι’ αυτό είναι πολύ σημαντική γι’ αυτήν η εξωτερική και η εγχώρια ανάπτυξη, επομένως μια υγιής και ευημερούσα ευρωζώνη, αλλά και η ΕΕ γενικότερα και η παγκόσμια οικονομία, αφού η γερμανική είναι η 4η πιο εξαγωγική οικονομία του πλανήτη. Στην επιτυχία αυτή συμβάλλει η σταθερή δημοσιονομική κατάσταση και η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας, η ισχυρή οικονομία της αγοράς, οι ελεύθερες εργασιακές διαπραγματεύσεις και η γενική κουλτούρα ευρείας συναίνεσης, εμπιστοσύνης και win-win σχέσων (εν αντιθέσει προς την ελληνική ροπή της αυτοκαταστροφής), ο πολύ χαμηλός πληθωρισμός και η σταθερότητα των τιμών, οι ΜΜΕ, αλλά και το Ευρώ. Την επόμενη πενταετία, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που θα εκλεγεί στις 25.4.2014, για τους παραπάνω λόγους, οι Γερμανοί θα επιδιώξουν μια οικονομική διακυβέρνηση και τελικώς την πολιτική ενοποίηση της Ευρωζώνης, θέτοντας ευρύτερα τα θεμέλια μιας ευρωπαϊκής πολιτικής ένωσης.
 
Όποιοι αδυνατούν να βρουν πελάτες ν‘ αγοράσουν τα προϊόντα τους, ν’ ανακαλύψουν ή δημιουργήσουν αγορές, να δημιουργήσουν δηλαδή συγκριτικά πλεονεκτήματα, να είναι ανταγωνιστικοί και εξαγωγικοί στον σύγχρονο κόσμο, προσφέροντας ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες, τότε απλούστατα αρνούνται τον σύγχρονο κόσμο, εξορκίζοντας τον «παγκόσμιο κυβερνήτη» και τη νέα «τάξη». Προσωρινά ωστόσο. Στην πραγματικότητα αναβάλλουν τις δύσκολες αποφάσεις για ένα μέλλον που δεν θ’ αργήσει καθόλου.
 
Στην Ελλάδα ο συνδυασμός καφενείου, facebook, ατιμωρησίας, ατομικού και συλλογικού λαϊκισμού και αναμονής του από μηχανής Θεού, παραμένει ακαταμάχητος. Παρά την (ιστορικά οφειλόμενη) φιλότιμη προσπάθεια εν είδει κυκνείου άσματος που καταβάλλουν τα κατεστημένα κόμματα του πάλαι ποτέ πανίσχυρου δικομματισμού. «Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: αυτοί που λένε στο Θεό «γενηθήτω το θέλημά σου» και αυτοί που τους λέει ο Θεός «καλά, κάνε ό,τι νομίζεις» (C.S. Lewis). Οι πρώτοι περιμένουν την ελευθερία να έλθει, οι δεύτεροι είναι ελεύθεροι. Είτε έτσι είτε αλλοιώς όμως, η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να παραμείνει σε πλήρη τροχιά με την εξελισσόμενη στην πράξη ευρωπαϊκή ιδέα.
 
Νίκος Γιαννής.

 Ο Νίκος Γιαννής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Έζησε για αρκετά χρόνια στο Στρασβούργο και τις Βρυξέλλες, όπου και εργάζεται σήμερα. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Δημόσιο Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Στρασβούργου και στο Αμερικανικό πολιτικό σύστημα στο Πανεπιστήμιο Λαφαγιέτ στην Πενσυλβάνια (ΗΠΑ). Είναι διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστήμιου Αθηνών.
"Ιδρυτής και Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Έκφρασης". Καθηγητής στο Τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, στην Πάτρα (2005-2010). Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ΟΛΠ (2004-2005). Συντάκτης πολλών άρθρων σε πολιτικά και επιστημονικά, ελληνικά και ξένα, περιοδικά και εφημερίδες και επιμελητής έκδοσης βιβλίων και εντύπων. Τέλος, είναι συγγραφέας του βιβλίου "Τι είναι η κοινωνία πολιτών" (2002).
 

Αφήστε τα σχόλια σας

0
τους όρους και τις συνθήκες.
επιστροφή στην κορυφή
arriton2
© 2013, arriton.gr