Menu

 

logoidea

Δημήτρης Κουρέτας

Δημήτρης Κουρέτας

Καθηγητής Βιοχημείας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Έχοντας εργαστεί ως ερευνητής στην ιατρική σχολή του Harvard, επέστρεψε στην Ελλάδα και απασχολήθηκε ως εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θέση την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Αρθρογραφεί τακτικά για θέματα εκλαϊκευμένης επιστήμης. Πιστεύει στη δυναμική της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, έχοντας δώσει διαλέξεις ανά τον κόσμο για την προστιθέμενη αξία των ελληνικών προϊόντων. Είναι πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Καινοτομίας της Περιφέρειας Θεσσαλίας και οι ευρεσιτεχνίες του πάνω σε καινοτόμες εφαρμογές ελληνικών προϊόντων έχουν διακριθεί διεθνώς. Γεννήθηκε το 1962 στην Πάτρα.

Επιστήμη και τοπική ανάπτυξη σήμερα. Του Δημήτρη Κουρέτα

Στην εποχή μας η έρευνα και η επιστήμη δεν φαίνεται πλέον να είναι μια καταγραφή της αλήθειας μόνον, αλλά και μια υπόθεση που διαμορφώνεται μέσα στην κοινωνία κάτω από την πίεση κοινωνικών επιταγών. Ετσι, αν μια κοινωνική μερίδα πείσει την κοινωνία να αναπτύξει τον τάδε τομέα, φαίνεται πως μπορεί να δημιουργήσει ανάπτυξη του συγκεκριμένου τομέα και όχι ενός άλλου. Παραδείγματος χάριν, ακούμε να προβάλλεται ότι θα βρεθεί το φάρμακο για την παχυσαρκία προκαλώντας το ευρύ κοινό να πιστέψει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να τρώει και να είναι παχύσαρκος, μιας και η επιστήμη θα κάνει το θαύμα της. Σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσε να αναπτυχθεί ο τομέας της πρόληψης, ο οποίος θα μείωνε θεαματικά τα ποσοστά παχυσαρκίας, κάτι που στη δεδομένη κοινωνία που ζούμε δεν συμβαίνει.

Μπορεί η επιστήμη τη δεδομένη στιγμή στη χώρα μας να λειτουργήσει με τοπικό χαρακτήρα, στηρίζοντας τις προσπάθειες ανάπτυξης που πραγματικά χρειάζεται η χώρα μας;

Η Νέα Ζηλανδία είναι μια χώρα με παρόμοια δομή με την Ελλάδα σε επίπεδο εδαφικό και κλιματολογικό. Και επίσης οικονομικό αλλά και με δομικές ομοιότητες με την Ελλάδα, ειδικά την περίοδο που πέρασε η Νέα Ζηλανδία παρόμοια κρίση με μας, πριν από 30 χρόνια, όταν η Αγγλία μπήκε στην Ε.Ε. και σταμάτησε να είναι ο σχεδόν αποκλειστικός πελάτης της κτηνοτροφικής παραγωγής της Νέας Ζηλανδίας. Μέσα σε μια δεκαετία κατόρθωσε η Νέα Ζηλανδία να έχει το χαμηλότερο ποσοστό στήριξης των αγροτών της στις χώρες του ΟΟΣΑ (1% επί του συνόλου της αξίας της αγροτικής παραγωγής), όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 18%, με πρώτη τη Νορβηγία (61%), Ε.Ε.-27 20% και ΗΠΑ 7% (Χύμης, 2013). Θεωρείται από τον ΟΟΣΑ η χώρα με πρακτικά μηδενικές στρεβλώσεις στην αγορά γάλακτος, στην οποία αν και συμμετέχει με μόνο το 2% της παγκόσμιας παραγωγής, κατέχει το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών (Καρανικόλας, 2005).

Η Νέα Ζηλανδία έχει διπλάσια έκταση από μας και τον μισό πληθυσμό. Και παρόμοια, όπως είπαμε, εδαφολογική σύσταση με μας. Ομως, ενώ παράγει προϊόντα πρωτογενούς παραγωγής αξίας 7 δισ. ευρώ, εξάγει τρόφιμα μεταποιημένα από αυτά αξίας 23 δισ. ευρώ. Η Ελλάδα με αξία πρωτογενούς παραγωγής περίπου 10 δισ. ευρώ εξάγει τρόφιμα αξίας 5 δισ. ευρώ. Ενώ θα μπορούσε με έναν καλό σχεδιασμό να εξάγει τρόφιμα αξίας 10 δισ. ευρώ εύκολα. Αυτό θα έδινε γρήγορα 50.000 θέσεις εργασίας και αύξηση στο ΑΕΠ.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στη Νέα Ζηλανδία το μεγαλύτερο ποσοστό (άνω του 95%) της παραγωγής γάλακτος έχει οργανωθεί από μία εταιρεία-συνεταιρισμό, τη Fonterra. Στην εταιρεία αυτή είναι μέλη σχεδόν όλοι από τους περίπου 11.000 γαλακτοπαραγωγούς της χώρας και η εταιρεία ανήκει σε αυτούς. Ο ετήσιος τζίρος της Fonterra αγγίζει, αν δεν ξεπερνά, το 10% του ΑΕΠ της χώρας! Ενας αγροτικός συνεταιρισμός δηλαδή παράγει το 1/10 του ακαθάριστου προϊόντος. Σε απόλυτα ποσά, ο τζίρος ανήλθε το 2012 στα 15,7 δισ. δολάρια, πίσω μόνο από τον παγκόσμιο γίγαντα Nestlé ($25,9 δισ.), την Danone ($19,5 δισ.) και τη Lactalis ($18,8 δισ.) (Χύμης, 2013).

Για φανταστείτε όλο το παραγόμενο ελαιόλαδο στη χώρα μας, οργανωμένο από το χωράφι στο ράφι ως τρόφιμο, φάρμακο, καλλυντικό ή οτιδήποτε άλλο, για εκατομμύρια καταναλωτές ανά τον κόσμο, οργανωμένο από μία εταιρεία-συνεταιρισμό που να ανήκει στους χιλιάδες ελαιοπαραγωγούς-μέλη της. Ετσι η πρωτογενής παραγωγή του ελαιόλαδου (και κάθε αγροτικού προϊόντος) από μια αρχική αξία χωραφιού θα μπορούσε να φτάσει, σαν τελικό προϊόν, συνολικής αξίας αρκετών δισ. (Χύμης, 2013).

Η παραγωγή βαμβακιού στη χώρα μας φέρνει περίπου 350 εκατ. ευρώ από εξαγωγή. Επειδή έχουν κλείσει σχεδόν όλα τα νηματουργεία στη χώρα, το βαμβάκι μας εξάγεται κυρίως στην Τουρκία, η οποία το κάνει νήμα και μας το πουλάει για 1 δισ. ευρώ. Αν γίνει ρούχο θα αξίζει 3-4 δισ. ευρώ. Ετσι τα ρούχα του Ελληνικού Στρατού ράβονται στα Αδανα.

Μεγάλες οι προκλήσεις για τον επιστημονικό κόσμο της χώρας μας. Θα μπορέσει η επιστημονική κοινότητα της πατρίδας μας να κινήσει στη σωστή κατεύθυνση τον τομέα της αγροτικής παραγωγής και των τροφίμων στη χώρα, που είναι ο οδηγός για την ανάπτυξη; Τέτοιες μέρες, θυμάμαι ξανά τα λόγια του βοηθού στο εργαστήριο Χημείας στο τρίτο έτος. Αργούσα να συνθέσω την ασπιρίνη κι ήρθε και μου είπε ευγενικά: «Συνάδελφε, η αντίδραση πρέπει να γίνει επί της εποχής μας...»

Πόσα μπορούμε να κάνουμε με το λάδι. Toυ Δημήτρη Κουρέτα

 
Ανάμεσα στις βασικές αιτίες υστέρησης στην ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας συγκατα‐
λέγονται: η αδυναμία προσανατολισμού της αγροτικής παραγωγής στις απαιτήσεις της
αγοράς, το σχετικά μικρό μέγεθος της γεωργικής γης ανά εκμετάλλευση, η γήρανση και η
αρνητική ηλικιακή διάρθρωση του αγροτικού πληθυσμού, η μη οργανωμένη και περιορι‐
σμένη είσοδος νέων στον αγροτικό τομέα, το σχετικά χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης και
κατάρτισης και το έλλειμμα πληροφόρησης και ενημέρωσης, η κατακερματισμένη και
ανομοιογενής προσφορά γεωργικών προϊόντων, η χαμηλή χρήση μηχανικών μέσων (π.χ.
συλλογή ελιάς) και ο περιορισμένος εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής, η απου‐
σία παρατήρησης και σχεδιασμού μιας αποτελεσματικής αγροτικής πολιτικής σε μακρο‐
χρόνια βάση, η απουσία επίβλεψης εφαρμογής των μαζικά επιδοτούμενων αγροτών, οι
περιορισμένες σχέσεις και συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στους εμπλεκόμενους φορείς και τέλος η απουσία στοχευμένης αγροτικής έρευνας. Ο κλάδος του ελαιολάδου είναι πολύ σημαντικός για την πατρίδα μας και για να παραμείνει χρειάζονται ορισμένες παρεμβάσεις. Τις έχω σταχυολογήσει παρακάτω.
i)H παραγωγή προϊόντων ελιάς και ελαιολάδου με ταυτότητα και με αναγνωρισμένα‐
ταυτοποιημένα ποιοτικά χαρακτηριστικά αναμένεται να συνεισφέρει σημαντικά σε αύξη‐
ση της προστιθέμενης αξίας των προϊόντων του κλάδου. 
ii) Παραγωγή προϊόντων έξτρα παρθένου ελαιολάδου εξαιρετικής ποιότητας με υψηλούς
βιοδραστικούς δείκτες και με χρήση νέων τεχνολογιών ψυχρής έκθλιψης. Η υψηλή ποιο‐
τική διαβάθμιση των προϊόντων αυτών αναμένεται να αυξήσει την προστιθέμενη αξία
του κλάδου.
iii) Ολική διαχείριση των αποβλήτων των ελαιοτριβείων (υγρά απόβλητα και φύλλα) με αξι‐
οποίηση τους για παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας όπως:
1) Αντιοξειδωτικών για χρήση σε τρόφιμα , καλλυντικά, ζωοτροφές και συμπληρώματα
διατροφής. Για παράδειγμα σε όλη την περιοχή της Θεσσαλίας παράγονται αναλόγως της καρποφορίας των ελαιοδένδρων 30.000‐50.000 τόνοι υγρών αποβλήτων με περιεχόμενο 3‐4
γραμμάρια αντιοξειδωτικών / κιλό και εμπορική αξία 300‐600 Ευρώ ανά κιλό αντιο‐
ξειδωτικού. Επίσης τα φύλλα της ελιάς αποτελούν 3‐5% του ελαιοκάρπου και αν συλ‐
λεχθούν αποτελούν πολύτιμη πηγή αντιοξειδωτικών. Καινοτόμες τεχνολογίες που
εμπλέκονται στην σχετική παραγωγική διαδικασία είναι η τεχνολογίες μεμβρανών
(μικροδιήθηση, υπερδιήθηση, νανοδιήθηση και αντίστροφη ώσμωση), οι τεχνολογίες
ξήρανσης με spray drying ή λυοφιλίωση, η τεχνική της εκλεκτικής απορρόφησης σε
ρητίνες, η τεχνικές της νανοενθυλάκωσης και της εκχύλισης με υπερκρίσιμα υγρά.
Όπως και ειδικές Βιοχημικές Τεχνικές αξιολόγησης των ποιοτικών χαρακτηριστικών
των παραγόμενων αντιοξειδωτικών.
2) Παραγωγή ζωοτροφών με ενσωμάτωση των υγρών αποβλήτων με άλλα γεωργικά
απόβλητα/παραπροϊόντα/υποπροϊόντα.
3) Παραγωγή υδρο‐λιπασμάτων
4) Παραγωγή κεραμικών υψηλής ποιότητας με υποκατάσταση του χρησιμοποιούμενου
νερού με επεξεργασμένο απόβλητο.
5)Παραγωγή ζυμούμενων προϊόντων με αξιοποίηση του αποβλήτου
6) Παραγωγή φυτοπροστατευτικών προϊόντων με χρήση των αποβλήτων.
iv) Παραγωγή προϊόντων τύπου anti pasti δηλαδή ορεκτικών με χρήση ελιάς και παρθένου
ελαιολάδου ή και πάστας ελιάς στην συνταγή των προϊόντων. Το πρόβλημα της διάθεσης
του ελαιολάδου είναι η χαμηλή τιμή στην οποία διατίθεται κυρίως στην Ιταλία λόγω της
μη τυποποίησης του και αντίστοιχα το πρόβλημα της βρώσιμης ελιάς είναι η δημιουργία
αποθεμάτων μακράς διαρκείας που δημιουργεί πρόβλημα ρευστότητας στις επιχειρήσεις
του κλάδου. Τα δύο αυτά προβλήματα μπορούν να λυθούν με ανάπτυξη προϊόντων μεσο‐
γειακής διατροφής που ανήκουν στην κλάση των ορεκτικών με συμμετοχή της ελιάς και
του ελαιολάδου ως συστατικά τους. Τα προϊόντα αυτά είναι ιδιαίτερα υψηλής προστιθέ‐
μενης αξίας και με μεγάλο μερίδιο αγοράς.
v) Ως ευκαιρία για τον κλάδο παρουσιάζεται το άνοιγμα των μεγάλων αγορών της Ρωσίας
και της Κίνας που μπορούν να απορροφήσουν μεγάλο όγκο προϊόντων με την προϋπόθε‐
ση ότι θα πρέπει να υπάρχει υψηλή ποιοτική διαβάθμιση και πιστοποίηση ποιότητας και
αναπτυγμένα πλάνα μάρκετινγκ για την διείσδυση στις εν λόγω αγορές με προσαρμογή
των προϊόντων στην κουλτούρα και τις καταναλωτικές συνήθειες των εν λόγω αγορών.
vi) Παραγωγή προϊόντων με βάση το παρθένο ελαιόλαδο και ανάμιξη με βότανα και αιθέρια
της Μεσογειακής διατροφής για την ενίσχυση της γεύσης και την χρήση τους ως πρόσθε‐
τα σε σαλάτες και στην μαγειρική. Τα εν λόγω προϊόντα έχουν υψηλή προστιθέμενη αξία
και διαφοροποιούν την διάθεση του παρθένου ελαιολάδου ή και των πυρηνελαίων αυξά‐
νοντας την προστιθέμενη αξία.
Τα παραπάνω είναι πράγματα που γίνονται στα Ελληνικά ΑΕΙ και ΤΕΙ αλλά δεν υπάρχει συντονισμός. Ευκαιρία λοιπόν κάποιος υπουργός Γεωργίας στην Ελλάδα να τα λάβει σοβαρά υπόψη, να τα συντονίσει και να γίνουν οργανωμένα. Αλλιώς κάποια στιγμή θα το κάνει κάποιος άλλος άλλης χώρας. Ελπίζω να τους προλάβουμε.
 
 
Ο Δημήτρης Κουρέτας είναι καθηγητής Βιοχημείας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Έχοντας εργαστεί ως ερευνητής στην ιατρική σχολή του Harvard, επέστρεψε στην Ελλάδα και απασχολήθηκε ως εμπειρογνώμων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θέση την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Αρθρογραφεί τακτικά για θέματα εκλαϊκευμένης επιστήμης. Πιστεύει στη δυναμική της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, έχοντας δώσει διαλέξεις ανά τον κόσμο για την προστιθέμενη αξία των ελληνικών προϊόντων. Είναι πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Καινοτομίας της Περιφέρειας Θεσσαλίας και οι ευρεσιτεχνίες του πάνω σε καινοτόμες εφαρμογές ελληνικών προϊόντων έχουν διακριθεί διεθνώς. Γεννήθηκε το 1962 στην Πάτρα.
 
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr