Menu

 

logoidea

Νίκος Γιαννής.

Νίκος Γιαννής.

 Ο Νίκος Γιαννής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Έζησε για αρκετά χρόνια στο Στρασβούργο και τις Βρυξέλλες, όπου και εργάζεται σήμερα. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Δημόσιο Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Στρασβούργου και στο Αμερικανικό πολιτικό σύστημα στο Πανεπιστήμιο Λαφαγιέτ στην Πενσυλβάνια (ΗΠΑ). Είναι διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστήμιου Αθηνών.
"Ιδρυτής και Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Έκφρασης". Καθηγητής στο Τμήμα Ευρωπαϊκού Πολιτισμού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, στην Πάτρα (2005-2010). Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος ΟΛΠ (2004-2005). Συντάκτης πολλών άρθρων σε πολιτικά και επιστημονικά, ελληνικά και ξένα, περιοδικά και εφημερίδες και επιμελητής έκδοσης βιβλίων και εντύπων. Τέλος, είναι συγγραφέας του βιβλίου "Τι είναι η κοινωνία πολιτών" (2002).
 

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Του Νίκου Γιαννή

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός. Χάνεις την αρχή χάνεις το μισό.

Τεράστιο πλεονέκτημα να συμμετέχεις σε μια συνάντηση με άλλους από την αρχή, να μην χρειάζεται να πιάσεις το νήμα από εκεί που βρίσκονται οι άλλοι όταν εσύ εισέρχεσαι.

  1. Καταρχήν σέβεσαι τον εαυτό σου,αλλά και τονώνεις την αυτοπεποίθηση σου, ότι προγραμματίζεις σωστά και είσαι σε θέση να υλοποιήσεις τον προγραμματισμό σου με αποτελεσματικότητα.
  2. Κατόπιν, σέβεσαι τους άλλους, άμα είσαι στην ώρα σου. Ο σεβασμός του άλλου ως αυταξία και η τιμή που του περιποιείς αν είσαι και λίγο νωρίτερα. Τόσο ως προς τους άλλους συμμετέχοντες όπως εσύ, αλλά ακόμη μεγαλύτερηη τιμή προς τον οικοδεσπότη της συνάντησης.
  3. Σέβεσαι τον χρόνο και το πρόγραμμα τους, όπως και τον δικό σου, χρόνο και το πρόγραμμαόλων μας, που ακολουθεί και που αλλοιώς θα πάει κι αυτό πιο πίσω.
  4. Διατηρείς τον πλήρη πληροφοριακό και νοηματικό έλεγχο επί του θέματος που συζητείται, είσαι από την αρχή, δεν έχεις χάσει το πλαίσιο και δεδομένα της συζήτησης. Τότε, από σένα και τη συγκέντρωση σου και μόνον εξαρτάται να μην χάσεις απολύτως τίποτα και ν’ αξιοποιήσεις όσα λέγονται και σ’ ενδιαφέρουν ή και σε αφορούν άμεσα, που είναι και ο λόγος που θέλησες ή έπρεπε να είσαι εκεί.
  5. Δεν έχεις χάσει το ηθικό δικαίωμα να παρέμβεις, ναπροσθέσεις και ιδίως να διαφωνήσεις, σε οποιαδήποτε στιγμή το κρίνεις, κάτι που υπονομεύει η καθυστερημένη προσέλευση σου όταν οι άλλοι ήδη συζητούν, είτε γιατί σε αποτρέπει η ενοχή σου της καθυστέρησης από το να ζητήσεις τον λόγο, είτε γιατί αν τον λάβεις οι άλλοι μπορεί να σε κοιτούν «με μισό μάτι».
  6. Αποφεύγεις την απαρχή της δημιουργίας μιας κακής φήμης για το πρόσωπο σου. Η αρνητική φήμη για τη συνέπεια του χρόνου μπορεί να γενικευτεί ως αρνητική φήμη ικανότητας ανταπόκρισης σε πιο σύνθετες υποχρεώσεις με παραδοτέο έργο και υποχρεώσεις γενικότερης έλλειψης συνέπειας από πλευράς σου, ειδικώς δε αν εμπλέκονται ανταγωνιστές, κακεντρεχείς και γενικώς άλλοι που «σε περιμένουν με το ντουφέκι».
  7. Θεμελιώνεις την εμπιστοσύνη των άλλων, να μπορούν να βασιστούν σε σένα, να σε θεωρούν σοβαρό άτομο, ότι δεν αφήνεις τα πράγματα στην τύχη τους.
  8. Βελτιώνεις την ψυχική σου ισορροπία, υγεία και άρα αυξάνεις την ικανοποίηση και την απόδοση σου σε αυτό που κάνεις. Άσε που εκτός από το έμφραγμα της καθυστέρησης που γλυτώνεις, δεν κινδυνεύεις να σκοτώσεις και κανέναν στον δρόμο, όταν «τσακίζεσαι» την τελευταία στιγμή να τα προλάβεις όλα.
  9. Μαθαίνεις να προγραμματίζεις σωστά και συνεχίζεις να προγραμματίζεις σωστά. Για να το πετύχεις αυτό έχεις μάθει να εντοπίζεις το προβλήμα, να έχεις σκοπό, να σχεδιάζεις και να επιδιώκεις στόχους, να αξιολογείς το αποτέλεσμα.  Εκπαιδεύεσαι στην ισότιμη αξία του να λες ΌΧΙ, να ιεραρχείς «ευκαιρίες», να σταθμίζεις προτεραιότητες και κάθε απόφαση, να προβαίνεις σε ελεύθερες επιλογές και να αναλαμβάνεις την ευθύνη τους ως πολίτης. Το να επικαλείσαι στους άλλους ότι «δεν προλαβαίνω», δεν είναι δικαιολογία αλλά σήμα αδυναμίας και αναξιοπιστίας.
  10. Εκφράζεις συστολή και ταπεινοφροσύνη, δεν προσποιείσαι τον παντοδύναμο, εκείνον που θέλει να κάνει τα πάντα, αλλά -υπόρητα- με αμφίβολη ποιότητα, δεν κινδυνεύεις να «ρίξεις τους άλλους», έχοντας πάρει στα σοβαρά εκείνο που λέει ότι ο Μέγας Ναπολέων έκανε ταυτοχρόνως οκτώ διαφορετικά πράγματα. Φέτος γιορτάζονται τα 200 χρόνια από το Βατερλώ. Κάνεις λιγότερα αλλά καλύτερα. Αυτοί που δεν βιάζονται συνεχώς συνήθως πετυχαίνουν περισσότερα.

Αρκείένα πολιτικό κόμμα που θα ασκήσει κυβέρνηση να υιοθετήσει τον θεμελιώδη στόχο της εκπόνησης και της συνεπούς τήρησης τόσο του ατομικού όσο και του συλλογικούπρογράμματος και μόνον τότε θ’ αλλάξουν πραγματικά τα πράγματα, γιατί θ’ αλλάξουν απ’ τη ρίζα.Όσο κι κι αν αυτό φαίνεται μικρό κι ασήμαντο, όταν οι πολλοί πολίτεςθα έχουν και θα τηρούν πρόγραμμα με συνέπεια, καλή πίστη και χωρίς απληστία και βουλημία και τα όργανα του κράτους το ίδιο, ώστε η ορχήστρα να είναι αρμονική, τότε η Ελλάδα θα πλέει μετεφηβικά με μεγαλύτερη ασφάλεια στα νερά του σύγχρονου κόσμου. Μέχρι τότε δικαιούμεθα ν΄ανησυχούμε.

Οικονομική και πολιτική ελευθερία. Του Νίκου Γιαννή.

Όσοι δεν είναι φιλελεύθεροι, αν και είναι καταρχήν αγνών προθέσεων και ανθρωπιστές, δεν αντιλαμβάνονται ότι η οικονομική ελευθερία είναι απαραίτητη -αν και όχι ικανή- προϋπόθεση της πολιτικής ελευθερίας. Χωρίς οικονομική ελευθερία είναι απολύτως αδύνατη η πολιτική ελευθερία, γιατί εκείνος που διαθέτει την αποκλειστική κυριότητα επί της οικονομίας επιβάλλει στους πάντες τα πάντα.

Αυτό κατάλαβε και σε αυτό συμφώνησε όλος ο κόσμος μετά το 1989. Επίσης η οικονομική ελευθερία, είναι πλειστάκις αποδεδειγμένο, προκαλεί οικονομική ανάπτυξη που διαχέεται, λιγότερο ή περισσότερο, σε όλους. Αντιθέτως, οικονομική ανελευθερία, κρατισμός και προστατευτισμός, επιφέρουν οικονομική δυσπραγία, αναξιοκρατία, φοροεπιδρομή, "ποινικοποίηση" της δημιουργίας και ενοχοποίηση του κέρδους και της αυτοσυντήρησης, άρα πολιτική ανελευθερία και τελικώς διολίσθηση στον αυταρχισμό και τον ολοκληρωτισμό.

Τα λεφτά δεν πέφτουν από τον ουρανό, δωρεάν φαγητό δεν υπάρχει, ο άνθρωπος γεννιέται γυμνός και αγωνίζεται για να ζεσταθεί, στεγαστεί και διατραφεί και η αναδιανομή αυτού που οι άλλοι με αγώνα απέκτησαν καταρχήν για τον εαυτό τους και κατά συνέπεια για τους άλλους, ούτε καινούργιο πλούτο παράγει σε μια κοινωνία, ούτε είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα.

Ο φιλελευθερισμός στηρίζεται και στηρίζει το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα και σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις τη δημοκρατία, στοιχεία χωρίς τα οποία το σύστημα της ελεύθερης οικονομίας, της αγοράς, αποσαθρώνεται. Η αγορά, οι αγορές, είναι δημοκρατία, είναι κράτος δικαίου, είναι ελευθερία, είναι ατομικά δικαιώματα, είναι ανθρωπισμός.

Υπακούουν σε όλα τα παραπάνω κι επιπλέον, διαθέτουν εταιρική κοινωνική ευθύνη, εθελοντική συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, ανθρωπιστική και περιβαλλοντική δέσμευση που δεν χαρακτηρίζει τα κλειστά, ανεξέλεγκτα και οικονομικώς πιεσμένα ολοκληρωτικά καθεστώτα και τελικώς ο όποιος πλούτος υπόκειται σε βαρύτατη φορολογία κληρονομίας περιορίζοντας τη δια-γενεακή αδικία και την ανισότητα ευκαιριών.

Το κράτος δικαίου καταλύεται, από την υπερ-φορολόγηση, τις ανάγκες μισθοδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων, τη συχνή αλλαγή του φορολογικού συστήματος, τη γραφειοκρατία, την πολυνομία, την υπερ-ρύθμιση, τον προστατευτισμό, τη διαφθορά και τη διασπάθιση που αναπόφευκτα φωλιάζουν όπου υπάρχουν πολλά δημόσια χρήματα, καταλύεται από οτιδήποτε υπονομεύει ένα σταθερό περιβάλλον, αναδιανέμει συνεχώς, αποθαρρύνει τη συνέπεια, τη διάκριση και την αριστεία, επιβραβεύοντας την ασυδοσία, συγχωρεί αδιάλειπτα την έλλειψη προνοητικότητας των ανθρώπων π.χ. άφρων προσωπικός δανεισμός, νομιμοποιεί αυθαίρετα, προστατεύει, εκπαιδεύει, ασφαλίζει και θεραπεύει αδιακρίτως εργασίας και συνεισφοράς στο σύνολο και την παραγωγική προσπάθεια μια χώρας κ.λπ.

Η πολιτική (δήθεν) στο επίκεντρο αντί των αγορών (αγορές, δηλαδή οι πολλοί άνθρωποι και η ελεύθερη κατ' αξίαν επιλογή τους), σημαίνει να επιβάλλει μια πολιτική νομενκλατούρα-επαγγελματίες πολιτικοί και οι πελάτες της, ράθυμοι όλοι προς πραγματικό μόχθο και υγιή παραγωγή, την αυθαίρετη βούληση τους, υποτίθεται για το καλό όλων, στους υπολοίπους, δημιουργικούς, έντιμους και τακτικούς ανθρώπους, οι οποίοι στην τελική είναι εκείνοι που βγάζουν μονίμως τα κάστανα απ' τη φωτιά και δια του κράτους και της φορολογίας και δια της οικειοθελούς αλληλεγγύης και του πνεύματος εθελοντικής συνεισφοράς που διακρίνει πολλούς απ' αυτούς. δημιουργικούς, έντιμους κα τακτικούς ανθρώπους.

Οι εκλογές τελείωσαν. Ώρα για δουλειά! Toυ Νίκου Γιαννή

"Η έννοια του καλού και του κακού δεν επιλύεται με την καθολική ψηφοφορία. Δεν ανατίθεται σε μια ψηφοφορία να επιτύχει το λάθος να γίνει σωστό και το άδικο δίκαιο. Δεν τίθεται σε ψηφοφορία η ανθρώπινη συνείδηση.....Δεν είμαι με ένα κόμμα είμαι με μια αρχή. Το κόμμα είναι φύλλωμα. Πέφτει. Η αρχή είναι ρίζα. Μένει. Τα φυλλώματα κάνουν θόρυβο και δεν κάνουν άλλο τίποτα. Η ρίζα σιωπά και κάνει τα πάντα!" (Βίκτωρ Ουγκώ)

Αλίμονο αν οι εκλογές ήταν η κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας, αλίμονο αν μια δημοκρατία απαρτίζετε από ανά πενταετία πολίτες, αν το καθήκον πολιτικής συμμετοχής μας εξαντλείται όταν απομακρυνόμαστε από την κάλπη και επανέρχεται  όταν την ξαναπλησιάζουμε και στο ενδιάμεσο διάγουμε βίο ιδιωτικό, ράθυμο, ή άγονα διαμαρτυρόμενο. Αυτό είναι "βούτυρο στο ψωμί" του εξουσιαστή, του διεφθαρμένου, εκείνου που του αναθέτουμε εν λευκώ να ορίζει τις συνθήκες γύρω μας, το φυσικό μας περιβάλλον, τις αξίες μας, την αμοιβή της εργασίας μας. Φυσικά η συμμετοχή στις εκλογές είναι θεμελιώδης, απαράβατη, αλλά ελάχιστη, υποχρέωση προς τα κοινά. Το να είσαι πολίτης δεν σημαίνει ότι (επι)ζείς σε μια κοινωνία, σημαίνει ότι την αλλάζεις κι η αλλαγή αυτή είναι καθημερινή υπόθεση και ξεκινά από τον εαυτό μας, ο οποίος δεν περιμένει απ' τους άλλους αλλά προσφέρει ο ίδιος το θετικό πρότυπο - παράδειγμα. Θετικό σημαίνει πάνω απ' όλα εποικοδομητική στάση. Στην Ελλάδα όταν είναι να γκρεμίσουμε εμφανίζονται πολλοί, όταν είναι να χτίσουμε, είμαστε πάντα λίγοι και το χτίσιμο διαρκεί πολύ και η τοποθέτηση κάθε πέτρας είναι επίπονη υπόθεση, ενώ το γκρέμισμα παίρνει τόσο λίγο. Είναι επίπονο το χτίσιμο, καθώς, αν χτίζοντας, πετούσαμε μια πέτρα σε κάθε γαύγισμα, εμείς θ' αναλωνόμασταν σύντομα κι οι πέτρες θα γινόντουσαν πολύτιμοι λίθοι. Το χειρότερο όμως είναι ότι γκρεμίζοντας, είμαστε πεπεισμένοι ότι κάτι θα χτιστεί…...που θα περιέχει καλύτερα το προσωπικό μας συμφέρον, τη ματαιοδοξία, τα συμπλέγματα και τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες ή την πλεονεξία μας.

Κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας είναι ν’ αποφασίσω ν’ αφήσω το αυτοκίνητο και να πηγαίνω στη δουλειά με το μετρό, το ποδήλατο, τα πόδια, με άλλους 2-3 μαζί στο ίδιο αυτοκίνητο και να οδηγώ υπεύθυνα, είναι να γίνω εθελοντής αιμοδότης, να ενταχθώ σε μια ομάδα πολιτικής προστασίας, να κάνω τον κόπο της διαλογής και αποκομιδής των σκουπιδιών μου στην πηγή τους, να συμμετέχω σε αναδασώσεις, να μην γκρινιάζω για τα καταναλωτικά αγαθά που μου λείπουν αλλά να θυμάμαι ότι 1,3 δις άνθρωποι στον πλανήτη δεν έχουν απολύτως τίποτα από αυτά που έχω και ζουν υπό συνθήκες ακραίας φτώχειας κι ακόμη καλύτερα, να βοηθώ οικονομικά συλλόγους που συμβάλλουν στην καταπολέμηση της φτώχειας αντί να «τρώει» τους φόρους μου για τον ίδιο υποτίθεται σκοπό η κρατική γραφειοκρατία. Κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας είναι η παραγωγή νέων ιδεών για έναν καλύτερο κόσμο, η ακλόνητη πίστη μου στα ανθρώπινα δικαιώματα όλων ανεξαιρέτως, ακόμη και η μη επιβολή θανατικής ποινής ή αυτοδικίας στον πιο μεγάλο κακούργο, ο σεβασμός της διαφορετικότητας και η υπεράσπιση όλων αυτών με προσωπικό κόστος, είναι επίσης το έμπρακτο ενδιαφέρον για τα ειδικά άτομα, την έρευνα για τις σπάνιες ασθένειες, τα παιδιά που έχουν ανἀγκη και γιατί όχι, το να μην κληρονομώ το σύνολο της περιουσίας μου, μικρής ή μεγάλης αδιάφορο, στα παιδιά μου – κέντρο του κόσμου, αλλά ένα μέρος της συνειδητά και στα παιδιά όλου του κόσμου (και υπάρχουν διάφοροι τρόποι γι’ αυτό), να εκλεγώ στον σύλλογο γονέων και κηδεμόνων και να προσφέρω ουσιαστικό έργο ή να δεσμεύσω εθελοντικά μέρος του χρόνου μου ως σχολικός τροχονόμος, όλα αυτά και πολλά ακόμη συνιστούν κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας, άλλο τόσο όσο η προσέλευση στις κάλπες και τίποτα λιγότερο. Γι‘ αυτό οι άνθρωποι του εθελοντισμού, ο  κόσμος των συλλόγων, έχουν τον απόλυτο σεβασμό μου, άνευ προϋποθέσεων, επιφυλάξεων και δεύτερων σκέψεων, πόσω μάλλον άνευ μικροτήτων και φθόνου, που εξηγεί την εναντίον τους επιθετικότητα από τους καθεύδοντες - μη των κοινών ή ιδιοτελώς μετέχοντες. Αντιθέτως με αυτούς της πολιτικής, οι οποίοι είναι απαραίτητοι, αναγκαίο κακό, τινές εξ’ αυτών επιτελούν ομοίως αξιοθαύμαστη αποστολή και έργο υπό δυσμενέστατες συνθήκες κοινωνικής αποσύνθεσης και απαξίωσης του δημοσίου χώρου, ωστόσο τελούν κατηγορηματικά υπό τη συνεχή μου εγρήγορση.

Δεν είναι λοιπόν οι εκλογές η μόνη κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας, γιατί με βάση το υπόδειγμα της ανοιχτής κοινωνίας, δηλαδή της κοινωνίας που χαρακτηρἰζεται από την ελευθερία επιλογής και την ατομική ευθύνη, η (επίσημη) πολιτική, με την έννοια της εκλογής αντιπροσώπων και της άσκησης κυβερνητικής εξουσίας από αυτούς που απολαμβάνουν τη δεδηλωμένη πλειοψηφία των αιρετών ενός σώματος, βρίσκεται κάτω, είναι η κάτω, οξεία, γωνία μιας ανεστραμμένης πυραμίδας. Η βάση είναι πάνω και αποτελείται από την κοινωνία πολιτών. Αυτή απαρτίζεται από τα άτομα, ως ιδιώτες αλλά και ως πολίτες, δηλαδή ως ιδιωτικός τομέας της οικονομίας και ως οργανωμένος εθελοντισμός-σύλλογοι-ιδρύματα-κληροδοτήματα και φυσικά με ενσυνείδητο σεβασμό όλων στο κράτος δικαίου και με μια καθημερινή συμπεριφορά πολίτη που σέβεται τους άλλους ανθρώπους και το φυσικό περιβάλλον. Η παραχώρηση εξουσίας, αρμοδιοτήτων και δύναμης, από την κοινωνία πολιτών προς την επίσημη πολιτική, είναι φειδωλή, πολύ προσεκτική και με ισχυρές εγγυήσεις, υπό συνεχή επιτήρηση. Αυτό είναι εν ολίγοις το συνταγματικό δίκαιο του αμερικανικού φεντεραλισμού, η λεπτή ισορροπία μιας ανεστραμμένης πυραμίδας, ενός πολιτειακού, κοινωνικού, οικονομικού και πολιτισμικού συστήματος που αντέχει και ευδοκιμεί υπό συνθήκες ανεξαρτησίας επί 238 χρόνια με τις ρίζες του στο 1628 (Mayfower Compact). Στη δημοκρατία του μεγαλύτερου μέρους της ηπειρωτικής Ευρώπης η πυραμίδα παραμένει, όρθια, ιεραρχική και «κοινωνική» (όπως η καθολική εκκλησία), ταξική, κρατική, ακλόνητη στη «θέση της» για πολλούς αιώνες, οξεία γωνία! Εξ’ ου και τα προβλήματα, για να μην αναρωτιώμαστε από ποιές υπερφίαλες φιλοδοξίες σχεδιασμού των πάντων «από πάνω», με την πρώτη σοβαρή οικονομική κρίση εκδηλώνεται ένα τόσο ισχυρό κίνημα λαϊκισμού που μεταθέτει εκεί «πάνω» την ευθύνη για κάθε πρόβλημα που ο καθένας από εμάς έχει, λιγότερο ή περισσότερο, δημιουργήσει στον εαυτό του και στο σύνολο και την επίλυση του οποίου αναθέτει πρόθυμα εν λευκώ στον πρόθυμο ανέκαθεν να την αποδεχτεί «κρατικό πατερούλη».

Δεν είναι κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας οι εκλογές, γιατί μέσω αυτών  και της (επίσημης) πολιτικής αποφασίζω κατά κάποιον τρόπο που θα πάνε τα χρήματα όλων δια της φορολογίας και των νόμων και πολιτικών που κατά πλειοψηφία ψηφίζονται, δηλαδή αποφασίζω το τι πρέπει να γίνει με τα λεφτά των άλλων και μάλιστα συνήθως παρασύρομαι και ψηφίζω ώστε τα χρήματα των άλλων να έλθουν πιο κοντά προς εμένα. Αυτό οσάκις προσλαμβάνει και διάσταση αρπαγής. Αν κάποιος έχει τόσο μεγάλη ευαισθησία για ένα θέμα ή για συνανθρώπους μας ή για το φυσικό περιβάλλον, δεν του απαγορεύεται να προσφέρει εθελοντικά ορισμένα χρήματα ή χρόνο για να συμβάλλει στην αντιμετώπιση του προβλήματος, αντιθέτως αυτό οφείλει να κάνει. Κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας δεν είναι να εκλέξουμε «εξουσιαστές» αναθέτοντας τους να μας αλλάξουν (υποτίθεται, αφού δεν είναι ικανοί ν' αλλάξουν ούτε τον εαυτό τους οι περισσότεροι), είναι ν' αλλάξουμε οι ίδιοι, προς συμφέρον του εαυτού μας και ταυτοχρόνως προς το συμφέρον της κοινότητας των συνανθρώπων.

Εξάλλου η ηθική προτεραιότητα της άμεσης δημοκρατίας έναντι της έμμεσης -αντιπροσωπευτικής δεν αμφισβητείται κι επίσης ιστορικά προηγείται. Οι σύγχρονες συνθήκες της νεωτερικότητας είναι αυτές που υπαγόρευσαν την ανάγκη της πολιτικής αντιπροσώπευσης, αν και η αξία της αμφισβητείται από αρκετούς. Όπου δηλαδή μπορούμε ν’ αποφασίζουμε οι ίδιοι οι πολίτες κατευθείαν και όχι δι΄αντιπροσώπων, αυτό κανονικά προηγείται και προτιμάται. Φυσικά με έναν τρόπο, προδιαγεγραμμένο, τακτικό και εγγυημένο, όχι με αποσπασματικό τρόπο. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία πρόκειται για μια μορφή και μια μέθοδο της δημοκρατίας,  μεταξύ περισσοτέρων υφισταμένων. Πραγματοποιείται με την ανάθεση της υπεράσπισης ατομικών συμφερόντων, απόψεων, αξιών και της βούλησης του πολίτη σε εκλεγμένους από τους πολίτες εντολοδόχους εκπροσώπους. Έτσι ο πολίτης ασκεί μόνον εμμέσως επιρροή επί των συζητήσεων και αποφάσεων που αφορούν τα συμφέροντα και τις απόψεις του για τον κόσμο. Η άμεση δημοκρατία είναι μια επιπλέον μορφή λήψης αποφάσεων ως προς την αντιπροσωπευτική δημοκρατία διαμέσου της οποίας ο πολίτης καλείται να τοποθετηθεί ο ίδιος σε πολύ συγκεκριμένα θέματα – διλήμματα συμμετέχοντας σε δημοψηφίσματα, εισάγοντας σχέδια νόμου κ.λπ. Η συμμετοχική δημοκρατία πρόκειται επίσης για μια μορφή και μια μέθοδο της δημοκρατίας. Πραγματοποιείται διαμέσου μιας εγγυημένης και σταθερής συμμετοχής των πολιτών στη διαβούλευση και τις αποφάσεις που λαμβάνονται, καθώς και στην άμεση από τους πολίτες και μη διαμεσολαβούμενη κάλυψη αναγκών που το κράτος δεν θέλει ή δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Η συμμετοχική δημοκρατία λειτουργεί συμπληρωματικά και προσθετικά ως προς την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, παίρνει διάφορες μορφές αναλόγως των πολιτικών παραδόσεων και χρειάζεται μια ελάχιστη έστω θεσμοθέτηση του ρόλου της κοινωνίας πολιτών και των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών, ως τρίτου πυλώνα ευθύνης της κοινωνίας (μετά τον ιδιωτικό και τον κρατικό-αντιπροσωπευτική δημοκρατία).

Γράφει στα απομνημονεύματα του ο Ανδρέας Συγγρός όταν ο Χαρίλαος Τρικούπης προσπαθούσε να τον πείσει να κατέβει στην πολιτική για να υπηρετήσει τη χώρα: “Αλλ’ εγώ τω αντέταξα ότι δια να κάμω τι επί του προκειμένου, αν ποτέ παρουσιασθεί ανάγκη, δεν είναι χρεία να είμαι εν ενεργεία πολιτευόμενος. Εις τούτο μοι απάντησε αυτολεξεί: Απατάσθε. Εν Ελλάδι χωρίς να πολιτεύηται τις ουδέν δύναται να πράξει, με όσην και να έχη καλήν θέλησιν. Αν ούτως έχη το πράγμα, τω απεκρίθην, τόσω το χειρότερον δια την Ελλάδα”.

Ο αντι-φιλελεύθερος νέος Πάππας.Του Νίκου Γιαννή.

Σάλος για τις καταβολές ειδωλολατρικού εθίμου που έχει το Άγιο Φως κατά τον Νίκο Δήμου. «Η σύγχρονη κοινωνία είναι εγωϊστική και μακάριοι όσοι δεν έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους» απαντά ο Μεσογαίας Νικόλαος. Καθώς το ορθόδοξο συμπίπτει με το καθολικό Πάσχα φέτος, είναι μια ευκαιρία να συνειδητοποιήσουμε ότι η συμβίωση χριστιανισμού και ανοιχτής κοινωνίας-ελευθερίας δεν είναι εύκολη υπόθεση όχι μόνο στην καθ’ ημάς ανατολή, ειδικώς δε σε περίοδο κρίσης.

Ιδιόρρυθμος λοιπόν, αλλά και αντι-φιλελεύθερος, ο πρώτος Πάππας με προέλευση από την αμερικανική ήπειρο, Jorge Mario Bergoglio, ο Πάπας Φραγκίσκος. Ανεξαρτήτως του πάντοτε επίκαιρου αλλά και τετριμμένου ερωτηματικού περί των ορίων μεταξύ εκκλησίας και πολιτικής και μη σύγχισης των διαφορετικών ρόλων, ας ασχοληθούμε με το περιεχόμενο της κριτικής και της εν γένει ιδεολογικής τοποθέτησης του προκαθήμενου της καθολικής εκκλησίας. «Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν παραβιάζονται μόνον από τη τρομοκρατία, την καταστολή και τις δολοφονίες, αλλά επίσης από τις άδικες οικονομικές δομές που δημιουργούν τεράστιες ανισότητες», μας λέει ο Πάππας. Άδικες επομένως οι οικονομικές δομές, έναντι ποίων δικαιοτέρων και γιατί άραγε είναι άδικες; Γιατί κατακεραυνώνει ανέξοδα χωρίς να αναλαμβάνει μέρος της ευθύνης η ίδια η καθολική εκκλησία αλλά θέλει να μοιράζει ξένα κόλλυβα; Υπεισέρχεται επομένως η καθολική εκκλησία στο στερεότυπο όσο και βασανιστικό πολιτικό δίλημμα της εποχής μας στον δυτικό κόσμο, ανάπτυξη με ή χωρίς λιτότητα. Έχει διαφύγει τελείως η φιλελεύθερη οικονομία κι ο σύγχρονος κόσμος από την παιδεία του Πάππα;

Η αλήθεια είναι ότι η ενασχόληση της καθολικής εκκλησίας με το ζήτημα του οικονομικού συστήματος δεν είναι κάτι το καινούργιο. Φαίνεται ωστόσο ότι δεν ήταν και ποτέ πλήρως κατασταλλαγμένη, αλλά υποκείμενη στις συνθήκες κάθε περιόδου. Σε μια περίοδο που κορυφωνόταν η ιδεολογική επιρροή των ολοκληρωτικών ιδεών στην Ευρώπη, με την ανάπτυξη τόσο του κομμουνισμού όσο και του ναζισμού και φασισμού, καθώς τα κράτη όπου κυριαρχούσαν αυτές οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές ιδέες αυξάνονταν, με την έκδοση της παπικής εγκυκλίου Quadragesimo Anno το 1931, ο Πάππας Πίος ΧΙ προτείνει την αρχή της επικουρικότητας, ως θεμελιώδες αξίωμα της καθολικής κοινωνικής διδασκαλίας:

«Αποτελεί θεμελιώδη αρχή της κοινωνικής φιλοσοφίας, σταθερή και απαραλλάχτη, ότι δεν πρέπει κανείς να αφαιρεί από τους ιδιώτες και να δεσμεύει στην κοινότητα, εκείνο που μπορούν οι ίδιοι να πραγματοποιήσουν με τις δικές τους δυνάμεις και ενέργειες. Ομοίως είναι αδικία και ταυτοχρόνως σοβαρό κακό και διατάραξη της ορθής τάξης, να μεταφέρονται σε μια ευρύτερη και υψηλότερη συλλογικότητα λειτουργίες, οι οποίες είναι δυνατόν να ασκηθούν και παρασχεθούν από μικρότερα και δευτερεύοντα σώματα. Στο μέτρο που κάθε κοινωνική δραστηριότητα πρέπει, από τη φύση της, να αποδεικνύεται επωφελής στο κοινωνικό σύνολο, δεν πρέπει ποτέ να τα καταστρέφει ή να τα απορροφά».

Για την καθολική κοινωνική θεωρία, η κοινωνία, περισσότερο κι από μια διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού, είναι ένα δίκτυο, οικογενειακών, θρησκευτικών, κοινωνικών και κρατικών δεσμών, που έχουν ως ύστατο σκοπό την ανάδειξη της υπεύθυνης συμπεριφοράς κάθε ατόμου. Η επικουρικότητα εκφράζει ακριβώς την υγιή λειτουργία μιας κοινωνίας που οφείλεται κατά βάση στο πρωτείο του ατόμου και στη βούληση του να συνεισφέρει οικεία βουλήσει, ενσυνείδητα και εθελοντικώς, στην προαγωγή του κοινού καλού και στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων αναγκών, πρώτ’ απ΄ όλα διαμέσου συλλόγων και άλλων μη κερδοσκοπικών ορφωμάτων. Το ηθικό αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης, πραγματώνεται σήμερα διαμέσου της υπεύθυνης συμμετοχής των ανθρώπων στα κοινά, παρά δια της άνωθεν και τελικώς αυταρχικής επιβολής του, τόσο του περιεχομένου της κοινωνικής δικαιοσύνης όσο και του λεπτομερούς τρόπου κανονιστικής και αναδιανεμητικής εφαρμογής της, δια της φορολογίας για παράδειγμα.

«Ενώ η αρχή της αλληλεγγύης αναφέρεται στην κοινωνική υπευθυνότητα των ανθρώπων και υποδηλώνει την απόρριψη του ατομικισμού, η αρχή της επικουρικότητας αναφέρεται στην προσωπική ευθύνη των ανθρώπων και των ενδιάμεσων κοινοτήτων και υποδηλώνει την απόρριψη του κολεκτιβισμού» . Παρολ’ αυτά την επικουρικότητα αποδέχθηκαν στην Ευρώπη τόσο η αριστερά όσο και η δεξιά. Η αριστερά δίνοντας έμφαση στον τελικό ηθικό προορισμό της κοινωνικής δικαιοσύνης στον οποίο η επικουρικότητα αποβλέπει, ενώ η δεξιά στη απελευθέρωση από τα δεσμά της τυραννίας του κολεκτιβισμού. Εξάλλου το Βατικανό ουδέποτε επιδίωξε μέχρι σήμερα να εγκρίνει ή απορρίψει οικονομικά και κοινωνικά συστήματα ή πολιτικά κόμματα. Κατά κάποιον τρόπο η καθολική διδασκαλία δεν διάκειται ευνοϊκά ούτε στην κυριαρχία των ανελέητων οικονομικών αγορών, αλλά ούτε καθόλου και στην κρατική παντοδυναμία. Αντιθέτως τάσσεται υπέρ της σθεναρής υπεράσπισης της προσωπικής κυριαρχίας με την έννοια της αυτεξουσιότητας έναντι τόσο της αγοράς όσο και του κράτους. Για τον Πάππα Ι.Παύλο ΙΙ, «παρεμβαίνοντας ευθέως και αφαιρώντας από την κοινωνία την ευθύνη της το Κράτος Κοινωνικής Βοήθειας οδηγεί σε μια απώλεια των ανθρωπίνων ενεργειών και σε μια υπέρμετρη αύξηση των δημοσίων οργανισμών, οι οποίοι κυριαρχούνται πολύ περισσότερο από τη γραφειοκρατική λογική παρά από την ανυσηχία να εξυπηρετούν τους πελάτες τους, κάτι που ακολουθείται από μια τεράστια αύξηση της δαπάνης.....Φαίνεται ότι η ελεύθερη αγορά είναι το όργανο το πλέον κατάλληλο για την κατανομή των πόρων και η κατάλληλη απάντηση στις ανάγκες» . Η θέση του Πάππα Ι.Παύλου ΙΙ για τον καπιταλισμό ήταν, ότι εάν αυτός νοείται ως ελευθερία των επιχειρήσεων και της δημιουργικότητας είναι θετικός, εάν όμως ο καπιταλισμός δεν λειτουργεί υπέρ της ανθρώπινης ελευθερία στην ολότητα της, τότε είναι αρνητικός.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η καθολική κοινωνική θεωρία αποδέχεται έναν βαθμό κρατικού παρεμβατισμού, τον οποίο οριοθετεί και αναστέλλει ωστόσο επί τη βάσει της αρχής της επικουρικότητας. Η συγκατάνευση προς τον κρατικό παρεμβατισμό μπορεί να οφείλεται τόσο στην ιστορική απάντηση που άρθρωσε η καθολική εκκλησία στην κλασική απόφανση του Τζων Λοκ πως «ως κοινωνία γίνεται αντιληπτό ένα σύνολο ατόμων που συνυπάρχουν προκειμένου να προωθούν και να προστατεύουν τα ιδιωτικά τους δικαιώματα και συμφέροντα», όσο και στα μαρξιστικά κελεύσματα της προεπαναστατικής περιόδου που την οδήγησαν αρκετά νωρίς, ήδη από το 1981, στη διαμόρφωση της θέσης πως το κράτος έχει υποχρέωση και καθήκον να παρεμβαίνει στην οικονομική ζωή ώστε να προωθεί τη δικαιοσύνη ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία .

Η ταξική καταγωγή φαίνεται ότι έχει σημασία για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Πάππα Φραγκίσκου. Γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 17 Δεκεμβρίου του 1936 από Ιταλούς μετανάστες, ο πατέρας του λογιστής στους σιδηροδρόμους και η μητέρα του αφοσιωμένη σύζυγός αφιερωμένη στο μεγάλωμα των πέντε παιδιών. «Ο λαός μου είναι φτωχός και είμαι ένας από αυτούς», έχει πει πλειστάκις, εξηγώντας την απόφασή του να ζει επί πολλά χρόνια σε ένα διαμέρισμα μαγειρεύοντας το δικό του φαγητό και μετακινούμενος με το μετρό και το λεωφορείο. Συνιστούσε πάντοτε στους ιερείς του να δείχνουν έλεος και αποστολικό θάρρος, κρατώντας τις πόρτες τους ανοικτές σε όλους. Κατ’ επανάληψιν διακήρυξε ότι «Το χειρότερο πράγμα που θα μπορούσε να συμβεί στην Εκκλησία, είναι η ανάπτυξη μιας πνευματικής κοσμικότητας, πράγμα που σημαίνει, εγωκεντρισμός». Μιλά περί κοινωνικής δικαιοσύνης και το σχέδιο του είναι απλό: «αν ακολουθήσουμε τον Χριστό, καταλαβαίνετε ότι το να καταπατάται η αξιοπρέπεια ενός ατόμου είναι μια σοβαρή αμαρτία». Ως καταπάτηση της αξιοπρέπειας στις σημερινές συνθήκες στην Ευρώπη αντιλαμβάνεται την αναγκαία υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, μη αντιλαμβανόμενος φαίνεται, ούτε την ανάγκη αποτροπής του δημοσιονομικού εκτροχιασμού, ούτε την ανάγκη αποκατάστασης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας που υποχωρεί στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

Βεβαίως τι άλλο θα μπορούσε να περιμένει κανείς, αφού όταν τοποθετήθηκε Αρχιεπίσκοπος στο Μπουένος Άιρες, έγινε σημείο αναφοράς λόγω των ισχυρών θέσεων που πήρε κατά τη διάρκεια της δραματικής οικονομικής κρίσης, που συγκλόνισε τη χώρα το 2001. Όμως 13 χρόνια αργότερα η Αργεντινή όχι όμως δεν ανέταξε αλλά είναι αντιμέτωπη εκ νέου με σοβαρή οικονομική κρίση, αφού οι καλές προθέσεις, το να είναι ο ταγός «κοντά στον κόσμο» και η καταδική του «άτιμου συστήματος», το ευχολόγιο και οι θεάρεστες προτροπές περί αποφυγής του εγωκεντρισμού φαίνεται ότι δεν αρκούν.

Ως Αρχιεπίσκοπος του Μπουένος Άιρες (πάνω από 3εκ. κάτοικοι) διαμόρφωσε 4 στόχους: ανοικτές και αδελφικές κοινότητες, οι συνειδητή λαϊκοί παίζουν ηγετικό ρόλο, οι ευαγγελικές προσπάθειες απευθύνονται σε κάθε κάτοικο της πόλης και  βοήθεια προς τους φτωχούς και τους αρρώστους. Ζήτησε από ιερείς και λαϊκούς ανθρώπους να εργαστούν από κοινού. Τον Σεπτέμβριο του 2009 ξεκίνησε την εκστρατεία αλληλεγγύης για τα 200 χρόνια από την ανεξαρτησία της χώρας. Διακόσιες φιλανθρωπικές οργανώσεις θα συσταθούν μέχρι το 2016 (να και οι ΜΚΟ της εκκλησίας!).

O Διευθυντής του φημισμένου Κέντρου Ερευνών του ESSEC (Διεθνές Πανεπιστήμιο Οικονομικών και Εμπορικών Σπουδών του Παρισιού), Δρ Radu Vranceanu και ο συνάδελφός του Marc Guyot, καθηγητής οικονομικών στο ίδιο Πανεπιστήμιο, δημοσίευσαν μια  αυστηρή κριτική στο οικονομικό όραμα του Πάπα Φραγκίσκου, όπως εκείνος την έχει αναπτύξει εκτενώς στο έργο του «Η αποστολική παραίνεση» στις 25 Νοεμβρίου, 2013. «Ο Πάπας Francis είναι σαφώς αντι-φιλελεύθερος, στο όνομα του σεβασμού προς τον άνθρωπο και είναι λάθος», λένε οι δύο καθηγητές. «Είναι εν τη απουσία του φιλελευθερισμού, που συμβαίνουν η φτώχεια, η διαφθορά και η έλλειψη δημοσίων υποδομών». Σύμφωνα με αυτούς, «αυτό που κατάλαβε ο Πάππας από την οικονομική κρίση του 2008, είναι για γέλια» . «Στην πραγματικότητα η μαγεία του φιλελεύθερου συστήματος είναι ότι αποβαίνει επ’ ωφελεία όλων χωρίς να έχουν ανάγκη την καλή θέληση των ισχυρών. Είναι ένα σύστημα ενάρετο από τη φύση του και δεν υποχρεώνει τα μέλη του να έχουν την αρετή του να μοιράζονται».

Σ’ ένα εκτενές κείμενο 165 σελίδων «η χαρά του Ευαγγελίου»  παρουσιάζεται η κοινωνική και οικονομική φιλοσοφία του νέου Πάππα. Στο δεύτερο κεφάλαιο του κειμένου που έχει διανεμηθεί από το Βατικανό (παράγραφοι 52-60), υπό τον τίτλο "Όχι σε μια οικονομία του αποκλεισμού» και «Όχι σε μια  νέα ειδωλολατρία του χρήματος» καταδικάζει τις κοινωνικές αδικίες με επιθετικό τρόπο, που ξεπερνά πλέον τη φρασεολογία του Ολάντ αλλά και του αριστερότερου Μελενσόν και αρχίζει να κινητοποιεί τη φιλελεύθερη κριτική, όπως εξάλλου θα έπρεπε να το περιμένει. Τι θα απογίνει όμως το αλάθητο του Πάππα;

Μάλλον δεν χρειάζεται όμως ν’ ασκήσει κανείς κριτική στον Πάππα, η τετριμμένη σοφία του αρκεί:

"Ακριβώς όπως η εντολή «μην σκοτώσεις» θέτει ένα σαφές όριο για την αξία της ανθρώπινης ζωής, σήμερα, πρέπει να πούμε «όχι σε μια οικονομία του αποκλεισμού και της κοινωνικής ανισότητας», διότι μια τέτοια οικονομία σκοτώνει. Δεν είναι δυνατόν όταν ένας ηλικιωμένος οδηγείται να ζει στον δρόμο και πεθαίνει από το κρύο να μην είναι είδηση ενώ η πτώση δύο μονάδων στο χρηματιστήριο να είναι. Δεν μπορούμε πλέον να ανεχθούμε το να πετιώνται τρόφιμα, όταν άνθρωποι υποφέρουν από πείνα. Σήμερα τα πάντα ανάγονται στο παιχνίδι της ανταγωνιστικότητας και της επιβίωσης του πιο δυνατού, όπου ο ισχυρός τρώει τον αδύνατο. Κατά συνέπεια μεγάλες μάζες αποκλείονται και περιθωριοποιούνται, χωρίς δουλειά, χωρίς προοπτική, χωρίς διέξοδο. Αντιμετωπίζουμε το ίδιο το ανθρώπινο είδος ως καταναλωτικό αγαθό, το οποίο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και στη συνέχεια να το πετάξουμε, προωθούμε μια κουλτούρα «αποβλήτων». Δεν πρόκειται πια απλώς για το φαινόμενο της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης, αλλά για κάτι καινούργιο. Οι αποκλεισμένοι δεν είναι θύματα εκμετάλλευσης, αλλά σκουπίδια, υπολλείμματα».

Μεταξύ των άλλων δαιμονίων που ενσπείρει ο Πάππας, αναζωπυρώνει και την παλαιά αντιδικία καθολικών και προτεσταντών, με τους πρώτους υποτίθεται να αντιτάσσονται στο κέρδος και τους δεύτερους να εργάζονται γι’ αυτό (βλ. και Max Weber). Ο ατομικός κίνδυνος, η ατομική έκθεση, η ατομική αποταμίευση και η ατομική ευθύνη ως γενεσιουργοί παράγοντες προόδου τόσο για το άτομο όσο και για την κοινωνία, μάλλον εκφεύγουν της σύλληψης του Πάππα, που δείχνει μια σαφή προτίμηση στην μακαριότητα της ασφαλούς ζωής. Κατά το «Δημόσια υπηρεσία είναι το πιο κοντινό πράγμα στην αιώνια ζωή που μπορεί να βρει κανείς σ’ αυτόν εδώ τον πλανήτη» (Ronald Reigan). Είναι όμως αυτό δυνατό για όλους τους ανθρώπους, χωρίς κάποιοι να ζουν σε βάρος των υπολοίπων στο όνομα του κοινού καλού;

Από το παρακάτω πάντως απόσπασμα μπορούμε τουλάχιστον να εικάσουμε ότι ο Πάππας Φραγκίσκος αποδίδοντας κατά τη θεωρία του ιδιοτέλεια στις εθνικές πολιτικές ηγεσίες αναγνωρίζει επαγωγικά την ανάγκη εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης. «Στην Ευρώπη, οι αιρετοί έχουν αναλάβει οι ίδιοι να χρεώσουν τους ανθρώπους να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα εξάρτησης. Και γιατί; Για τη δική τους ιδιοτελή ανάγκη να αυξήσουν τη δική τους προσωπική δύναμη».

Εξελέγη στη θέση του Μεγίστου Ποντίφηκα στις 13 Μαρτίου 2013 κι έχει κλείσει 77 χρόνια ζωής. Ενώ μένει να αποδειχθεί αν είναι για γέλια, για κλάματα ή για κάτι άλλο, ο Πάπας Φραγκίσκος, στην ανταγωνιστική  Βραζιλία δύο από τα ανέκδοτα που έχουν «κυκλοφορήσει» είναι πως, μπορεί ο Πάππας να είναι Αργεντίνος αλλά ο Θεός παραμένει Βραζιλιάνος κι επίσης πως έχει να εμφανισθεί Πάππας τόσο κοντά στον Χριστό από την εποχή του Ιούδα!   

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr