Menu

 

logoidea

Μαρία Dawkinson

Μαρία Dawkinson

Σπούδασα Ιστορία Τέχνης και εικαστικά στις ΗΠΑ. 
Έκανα επαγγελματική σταδιοδρομία στη διαφήμιση ως κειμενογράφος και υπεύθυνη δημιουργικού. 
Έχω ένα μπλογκ δημιουργικής γραφής και εικαστικών πειραματισμών από το 2006, το “the dawkinson syndrome’ από το οποίο μου βγήκε και μου έμεινε το ‘καλλιτεχνικό’ όνομα (λόγω αγάπης για την μεταφυσική της Dickinson και τη λογική του Dawkins). 
Έχω κάνει εκθέσεις στα εικαστικά, έχω βγάλει ένα βιβλίο με οπτικοποιημένα κείμενα ή λεκτικές εικόνες και γράφω χρονογραφήματα. 
 

Οι μεν κι οι ζεν. Της Μαρίας Dawkinson

Ιουλία.

Kαλοβαλμένη, με αριστοκρατική φινέτσα, γύρω στα εξήνταπέντε. Με ελαφρύ μεηκάπ και προσεγμένο χτένισμα. Το πρόσωπό της διατηρεί ακόμα λίγο από το φως της εκθαμβωτικής ομορφιάς που πρέπει να ακτινοβολούσε στα νιάτα της. Μαζί της, δύο νέες γυναίκες γύρω στα τριάντα, που θάλεγες σε πρώτη ανάγνωση ότι είναι οι κόρες της. Η μία είναι απορροφημένη από το κινητό της, ενώ η άλλη μιλά στη γυναίκα με αφάνταστη γλυκύτητα κοιτώντας την στα μάτια που εστίαζουν ανέκφραστα κάπου στο βάθος του υποβλητικού σκηνικού της λίμνης.

Τα χέρια της κυρίας είναι ακουμπισμένα πάνω στα μπράτσα της καρέκλας και τα πόδια της είναι ενωμένα. Με το αριστοκρατικό vintage καφτάνι της που θυμίζει μιαν άλλη εποχή και την ακίνητη συμμετρία του κορμιού της η παρουσία της παραπέμπει σε αιγυπτιακό άγαλμα. Η κοπέλα συνεχίζει να της μιλά τρυφερά και κάποια στιγμή της χαίδεύει το πρόσωπο απαλά, σα να θέλει να της σκουπίσει κάποιες σταγόνες ιδρώτα. Η γυναίκα δεν αντιδρά και πάλι, ενώ συνεχίζει να έχει το βλέμμα μακριά, ίσως τόσο μακριά, όσο μια άλλη ζωή, ένα κάποτε παρά ένα κάπου. Σα να ψάχνει να βρει τον ζωντανό της εαυτό, πριν από εκείνο το βράδυ που όλα πάγωσαν από ένα βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο. Από τότε, φορά ένα σώμα-σκάφανδρο που ζυγίζει έναν τόνο και δεν μπορεί να ορίσει, ενόσω μπροστά απο τα μάτια της περνάνε λούπες οι αναμνήσεις, συγκεχυμένες εικόνες από πρόσωπα και σκηνές που είχε ζήσει, σε παρελθόντα χρόνο, ανεπιστρεπτί.

Η Ιουλία είναι μια μαρμαρωμένη βασίλισσα. Οι δύο κοπέλες που τη συνοδεύουν είναι οι γυναίκες που προσέλαβε ο γιος της για να την προσέχουν τώρα που είναι ανήμπορη. Τις πληρώνει με τα χρήματα που διαχειρίζεται από τον τραπεζικό λογαριασμό της μάνας του και του μακαρίτη του πατέρα του. Πληρώνει και κομμώτρια που της την στέλνει μια φορά το μήνα στο σπίτι της, να της φτιάχνει τα μαλλιά και τα νύχια, για να μην τη δει αφημένη ποτέ και του ξυπνήσουν οι ενοχές.

Η Ιουλία ήταν μάνα, σύζυγος και φιλόλογος και τώρα είναι μια γυναίκα θαμμένη ζωντανή σε τάφο φτιαγμένο από την ίδια της τη σάρκα. Όσο κι αν προσπαθεί να φωνάξει κανένας δεν μπορεί να την ακούσει και να καταλάβει οτι είναι ακόμα εκεί. Έχει μεγάλο θυμό, αγωνία και πανικό, αλλά το εγκεφαλικό την τιμώρησε με το να μην μπορεί ούτε καν να αντιδράσει.  Η Ιούλία ήταν πάντα αξιοπρεπής και δεν είχε ενοχλήσει ποτέ κανέναν. Τώρα, η μόνη της εμπειρία είναι η συνεχής προσβολή κατά της αξιοπρέπειάς της. Αν δεν είχε κάποια χρήματα και ο γιος της δεν είχε τύψεις, ίσως να ήταν τυχερή και να μην είχε επιζήσει.

Βαγγέλης

Κάθεται με το πούρο του και το βρεγμένο του μαγιό Villebrequain, κάνοντας σήμα στο γκαρσόνι. Πείνασε μετά από τη βουτιά. Είναι γύρω στα πενηνταπέντε και έχει παχύνει. Πρέπει να αρχίσει να προσέχει, αλλά από αύριο. "Ένα κλαμπ σάντουιτς για μένα και ένα ούζο", δίνει παραγγελία στον νεαρό με τον δίσκο. Μέχρι να έρθουν, παίρνει χοντρές, χορταστικές ρουφηξιές από το Cohiba του, χωρίς να αναρωτηθεί αν ενοχλεί τους γύρω του.

Μαζί του είναι μια λαϊκή τριαντάρα με μικροσκοπικό μπικίνι, Rolex και ντηζάινερ γυαλιά ηλίου, που πίνει νωχελικά το φρέντο της χαζεύοντας κάπου στο βάθος της ήρεμης λίμνης. Η δεσποσύνη αποφεύγει να κοιτάξει το δράκο που είναι αναπαυτικά θρονιασμένος δίπλα της, με τα καπνισμένα ρουθούνια και τη χοντρή κοιλιά. Θα τον αντιμετωπίσει το βράδυ, μια και καλή. Ας όψονται τα ψώνια. Όχι τα ζωντανά, εκείνα του Golden Hall. Γιατί ο Βαγγέλης είναι εκατομμυριούχος με σπίτι στην Εκάλη και δεκάδες άλλα στην Πολιτεία, την Νέα Ερυθραία, το Ψυχικό.

 Ήταν βλέπεις εργολάβος που με την κρίση το γύρισε σε τοκογλύφος και κοράκι, πήρε για ένα κομμάτι ψωμί τα σπίτια των νοικοκυραίων που δεν μπορούσαν να τα κρατήσουν λόγω φόρων και για να μην τους πληρώνει ο ίδιος ανέθεσε σε ειδικούς σεφ να μαγειρεύουν τα φορολογικά του, για να του βγαίνει μηδενικό εκκαθαριστικό τους οποίους φυσικά ανταμοίβει πλουσιοπάροχα (καμια σχέση με αυτά που θα έπρεπε να πληρώνει κανονικά) και έτσι έχει το κεφάλι του ήσυχο. Έχει και off shore για τα ακίνητά του. Ο Βαγγέλης ήταν από φτωχική γειτονιά και παιδί της πιάτσας. Θεωρεί θύματα όσους πάνε με τον σταυρό στο χέρι, αλλά του άρέσει να φορά έναν χρυσό στο δασύτριχο στήθος του.

Η κοπέλα που φροντίζει την Ιουλία σηκώνεται από την καρέκλα της και πλησιάζει τον Βαγγέλη και τη συνοδό του που είναι εγκαταστημένοι στο διπλανό τραπέζι. "Με συγχωρείτε, αλλά μπορείτε να σβήσετε το πούρο σας; Ξέρετε, είναι ασθενής η κυρία δίπλα", λέει ευγενικά. Ο Βαγγέλης γυρνά, την κοιτάζει από πάνω ως κάτω με ύφος υποτιμητικό και απαντά " Εδώ είναι υπαίθριος χώρος. Δε λέει πουθενά ότι απαγορεύεται το κάπνισμα. Αν ενοχλεί το πούρο μπορείτε να μετακινηθείτε". Ο Βαγγέλης έχει δίκιο. Δεν απαγορεύεται. Δεν το γράφει πουθενά.

Ο Βαγγέλης, η Ιουλία και οι τρεις χάριτες που τους συνοδεύουν χαζεύουν ταυτόχρονα το σκηνικό, πέρα στο βάθος της λίμνης, σα να παρακολουθούν το ίδιο αθέατο έργο. Ο Βαγγέλης καπνίζοντας το πούρο του και κάνοντας νοητούς υπολογισμούς, η Ιουλία λογιζόμενη φαντάσματα και οι κοπέλες μετρώντας τα λεπτά, μέχρι να περάσει η ώρα. Κι όλα αυτά με μουσική υπόκρουση το "los manolos" του Boccherini, που μεταδίδεται από τα ηχεία των εγκαταστάσεων του πολιτισμένου θερέτρου της Βουλιαγμένης.

Προσγείωση... Tης Μαρίας Dawkinson

Ταξί στο σπίτι από το αεροδρόμιο μετά από 18 ώρες πτήσεων και αναμονής σε αεροδρόμια. Ημικρανία. Μη μου μιλάτε, είμαι. Το αυτοκίνητο έχει χαλασμένο κλιματιστικό και η μυρωδιά στο εσωτερικό του είναι μίγμα τσιγάρου, αποσμητικού χώρου και κλεισούρας. Υπομονή. Ο οδηγός αρχίζει να μιλά ακατάπαυστα για την κρίση. Είναι το τελευταίο που χρειάζομαι, με το καλημέρα σας. Tα είκοσι επόμενα λεπτά είναι μια περίληψη της προσωπικής ιστορίας του κυρίου Τάκη. Αρχικά δε θέλω να ακούσω. Μετά από τα πέντε πρώτα λεπτά όμως, ο κύριος Τάκης κερδίζει το κουρασμένο μου λογισμικό...

Είναι εξήντα. Το 2009 γύρισε στην Ελλάδα την αγαπημένη, μετά από είκοσι χρόνια αυτοεξορία στο Κονγκό. Ήταν εργολάβος μεγάλων έργων εκεί (πτυχιούχος μηχανικός από τη Σιβιτανίδειο) και υπεύθυνος για εκατό άτομα προσωπικό.  Ό,τι χρήματα έβγαζε τα έστελνε κατευθείαν στην Ελλάδα, για να μείνουν στα παιδιά του και να συντηρεί τα δύο σπίτια που του άφησαν οι δικοί του. Όταν ήρθε στην πατρίδα δεν είχε τι να κάνει μέσα στην κρίση και τον συμβούλεψαν οι φίλοι του να πάρει ταξί. Αγόρασε την άδεια για τριακόσια χιλιάδες ευρώ. Τα εκατόν πενήντα τα δανείστηκε από τράπεζα. Μετά από ένα χρόνο άνοιξε το επάγγελμα και η άδεια του πλέον έχει αξία πενήντα χιλιάδες ευρώ πλέον, ένω εκείνος αποπληρώνει ακόμα τα εκατόν πενήντα.

Πρίν δύο χρόνια έχασε το γιο του σε αυτοκινητιστικό. Δουλεύει σαν το σκύλο από τα ξημερώματα μέχρι το βράδυ, για να του μένουν καθαρά την ημέρα μόνο είκοσι ευρώ με τους φόρους που πρέπει να πληρώνει ως ελεύθερος επαγγελματίας και εκείνους που πρέπει να καταβάλλει για την ακίνητη περιουσία που κληρονόμησε, αλλά νομίζει ότι τώρα θα του πάρουν το ένα σπίτι. Παίρνει και χάπια για την πίεση, αλλά δεν πέφτει η άτιμη. Είναι αγχώδης και συνεπής, βλέπεις. Κοιτάζει γύρω του και τους συναδέλφους του που κάθονται με τις ώρες στο αεροδρόμιο και παίζουν τάβλι πίνοντας φραπέ.

Κάτι νέοι οδηγοί ταξί, λέει, χρωστάνε χιλιάδες ευρώ στα ταμεία και δεν πτοούνται καθόλου, ούτε έχουν μεγάλη όρεξη να δουλέψουν. Κάνουν μία κούρσα αεροδρόμιο- Αθήνα και μετά πάνε καφετέρια. Όλο απεργίες σκέφτονται, αλλά για λάθος αιτήματα. Δεν καταλαβαίνει τι σκέφτεται ο κόσμος και δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει. Δεν καταλαβαίνει τίποτα,  γενικώς. Ούτε εγώ, του είπα. Δεν είχα κάτι άλλο να προσθέσω. Το μόνο που σκέφτηκα να τον συμβουλέψω είναι ότι πρέπει να κοιτάξει την υγεία του, αλλά με αποστόμωσε ότι γι’ αυτήν φροντίζει το σύστημα...

Όταν φτάσαμε στο σπίτι, μου έδωσε την κάρτα του και με παρακάλεσε να τον καλέσω αν χρειαστεί να πάω κάπου. Είναι πόνος πια η χώρα αυτή, ημικρανία και έλκος.

Δημοκρατία (η παθολογική πίστη στη συλλογική σοφία της ατομικής άγνοιας. H.L. Mencken)

Η δημοκρατία είναι μια υπέροχη σύλληψη και παράλληλα μια διαχρονική ουτοπία, που στις μέρες μας έχει πλέον γίνει καραμέλα. Είναι τόσο μεγαλειώδης η ιδέα, που η μεγαλομανής φύση του ανθρώπου επιμένει να προσποιείται ότι έχει κατακτήσει και την πρακτική της εφαρμογή. Όλα αυτά μετά την εποχή του πολλά υποσχόμενου και στιγμιαίου - όπως  διαφαίνεται- Διαφωτισμού. Αρχικά δυτικό προνόμιο και πλέον παγκόσμιο, αυτή η μαζική αυθυποβολή περί 'δημοκρατικών' κοινωνιών, επιμένει σθεναρά να αντιπαραβάλλεται με την αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα, που καθημερινά αποδομεί τις 'καλές' διαθέσεις και 'αθώες' προθέσεις των ευαγγελιστών της.

Δημοκρατίες έχουμε σε υπερπληθώρα στις μέρες μας. Πάντα έτσι γίνεται με τις μόδες. Ξεκινάνε όλες από μια εμπνευσμένη και μοναδική δημιουργία, μέχρι που οι αναπαραγωγές της θα καταλήξουν την αρχική ιδέα σε φτηνά κακέκτυπα μαζικής προσφοράς. Έχουμε λοιπόν από την μοναδική και πρώτη σύγχρονη δημοκρατία των ΗΠΑ (την ηγέτιδα του ελεύθερου κόσμου και υπερασπιστή των πανταχού ελευθεριών, όπως της αρέσει να αυτοαποκαλείται), τις 'ώριμες' και κομ ιλ φο δημοκρατίες της μέχρι χθες ιμπεριαλιστικής και αστικής Ευρώπης, τη λαϊκή δημοκρατία της Κίνας του φυλακισμένου Ai wei wei, τη δημοκρατία της Μεγάλης Ρωσίας των ανύπαρκτων (φυσικά) μειοψηφιών, εκείνη της αδίστακτα ταξικής Ινδίας, τις αραβικές δημοκρατίες με τις ανοίξεις των εμφυλίων και των κακοποιημένων γυναικών, τις λαϊκότατες δημοκρατίες διαπλοκής των αφρικανικών χωρών, τη λαϊκή δημοκρατία της δυναστειακής Β. Κορέας και πάει λέγοντας. Λίγο πολύ όλοι πλέον φέρουν τον πολυπόθητο τίτλο του παραδείσου της ελεύθερης βούλησης και της αυτοδιάθεσης.

Αυτά για το μάτριξ. Γιατί εκτός μαζικής παράκρουσης, ψευδαίσθησης και συλλογικής άγνοιας, όλοι είμαστε λίγο ως πολύ σε θέση να καταλαβαίνουμε -το διαδίκτυο είναι σήμερα ο κύριος λόγος, ένεκα ελεύθερης (ακόμα) και άμεσης πληροφόρησης- ότι οι ελευθερίες καταπατούνται κατά κόρον σε όλες τις σύγχρονες 'δημοκρατίες' με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Θες με μια στρατικοποιημένη υπερεξουσία που επιβάλλει δια της βίας τον ΄ανώτερο πολιτισμό της προόδου' στους αντιφρονούντες, θες μια φαλιρισμένη και ανήθικη εξουσία που αφήνει τα δικαιώματά των πολιτών στη μοίρα τους, εφόσον το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η υποχρέωσή μας να χρηματοδοτούμε ες αεί, ως ελεύθεροι κρατούμενοι τα αδηφάγα ταμεία της; Θες μια δημοκρατία 'ηθικών αξιών' όπου οι παραδοσιακές αρχές επιβάλλουν στους ανθρώπους να ανήκουν σε κάστες εκ γενετής, χωρίς καμία πιθανότητα ανατροπής της κληρονομικής τους μοίρας; Θες τις δημοκρατίες όπου οι άνδρες είναι πολύ πιο ίσοι από τις γυναίκες, αυτές που η βία είναι ηθική, ή εκείνες που οι λευκοί είναι πιο ίσοι από τους έγχρωμους; Τι θες; Απ' όλες τις δημοκρατίες έχει ο πλανήτης. Όπου κι αν βρεθείς, από όπου κι αν προέρχεται, όποιο κι αν είναι το χρώμα ή το φύλο σου θα το νιώσεις, αργά ή γρήγορα. Γιατί στις δημοκρατίες του σύγχρονου κόσμου, όλοι είναι ίσοι, αλλά κάποιοι πάντα θα είναι πολύ πιο ίσοι από όλους τους υπόλοιπους και μπορεί εκεί που βρίσκεσαι τώρα να έχεις το 'πάνω χέρι', αλλά στον τόπο που πας αργότερα να βρεθείς 'από κάτω'.

Το πιο διασκεδαστικό όλων δε, είναι ότι προς αποφυγή αυτοκριτικής όλες οι δημοκρατίες κάνουν αυστηρή κριτική στις δημοκρατίες των άλλων και με την πρώτη ευκαιρία τους επιτίθενται εν ονόματι της δικής τους αυθεντικής και μοναδικής αλήθειας, για να συνεχίζεται ο φαύλος κύκλος των εισβολών και της επιβολής του 'πολιτισμού' του ενός στον άλλον (γιατί οι καταπιεσμένοι εντός συνόρων δεν είναι ποτέ αρκετοί).

Μετά από τόση ήττα, η δημοκρατία έχει κατακτήσει το δικαίωμα να γράφεται με 'ει'. Με δημοκρατικές διαδικασίες πάντα.

Τhe dawkinson syndrome: a walk on the wild side. Της Μαρίας Dawkinson

Ο αρκούδος Αη-βασίλης κρεμάστηκε από τη ζώνη του στο άδειο οικόπεδο, γιατί του υπενθύμισαν ακόμα μια φορά ότι είναι συμβασιούχος και ότι η απασχόλησή του θα είναι εποχιακή και φέτος. Το εμπρηστικό κόκκινο της στολής του βγάζει μάτι και βάζει φωτιά στα ξερά χόρτα. Ένα ταξί σταματά στη μέση του δρόμου, για να μπορέσω να βγάλω μια καλή φωτογραφία του αυτόχειρα. Take a walk on the wild side, προτείνει ο μακαρίτης από τα ηχεία του απέναντι καφενείου, επειδή το μεγαλύτερο ταλέντο του ήταν να βρίσκεται πάντα στο σωστό μέρος, τη σωστή ώρα.

Ο πεζόδρομος είναι μια μεταποκαλυπτική φουάρ που παρουσιάζει τις τελευταίες δημιουργίες των επιζησάντων ταλέντων και τις μεταλλαγμένες ιδέες τους. Τελικά τα ξεκοιλιασμένα κτίρια έχουν όλα υπέροχα τατουάζ στα κουφάρια τους. Ένα μωρό αποκοιμιέται στους ήχους τοπικού νανουρίσματος, σύνθεση από βωμολοχίες χούλιγκαν και πολιτικές διαμαρτυρίες κατοίκων. Καδρόνια ακινητοποιούν παντζούρια που δεν έχουν καμία πρόθεση να ανοίξουν, ούτε από μέσα, ούτε από έξω. Απελπισμένο 'ενοικιάζεται' είναι κολλημένο λυσσαλέα σε μπαλκονιού με μονωτική ταινία λες και είναι φτιαγμένο από μολύβι αντί για χαρτί. Αστική πληγή με γάζες και χανζαπλάστ.

Καλύτερα δεν μπορούσε ο ιδιοκτήτης να συμβολίσει την απόγνωσή του για το παρόν ακίνητο και το ακίνητο παρόν του. Στο υπόγειο κενοτάφιο της ίδιας πολυκατοικίας, μαύρα κάγκελα, σκοτάδια και μια επιγραφή 'γραφείο τελετών από το 1910'. Η είσοδος για τον Άδη είναι απροσπέλαστη, αν και υπόσχεται "ανοιχτά όλο το 24ωρο" (ποιου αιώνα όμως δε διευκρινίζει). Όπως και να'χει, οι εκλιπόντες θα πρέπει να περιμένουν σε αυτό εδώ το πουργκατόριο πριν αναπαυθούν σε τόπο χλοερό. Πιο κάτω η στενή είσοδος μιας πολυκατοικίας είναι σχεδόν χτισμένη από τα υπάρχοντα ενός άστεγου. Στο αυτοσχέδιο κρεβάτι πάνω στα σκαλιά της εισόδου κοιμάται ο ίδιος με γυρισμένη την πλάτη στο δρόμο και ό,τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο. Στον πρώτο όροφο μια επιγραφή "μαθήματα γιόγκα" και φώτα ανοιχτά. Υπάρχει πιο σουρεαλιστικό πράγμα από την αμοντάριστη πραγματικότητα;

 Σούρουπο και τα μπαράκια έχουν αρχίσει να στολίζουν τα τραπέζια με διακοσμητικά κεριά για πιο σέξυ ατμόσφαιρα. Μια μεγάλη παρέα πίνει και διασκεδάζει στους "Χάρτες" ακριβώς απέναντι από τον κοιμισμένο άστεγο της εισόδου. Και η μεν και ο δε αποδέχονται ο ένας την παρουσία του άλλου, αγνοώντας την πλήρως. Περίληψη της σύγχρονης κοινωνίας δηλαδή. Τρία μέτρα πιο κάτω, στον πεζόδρομο της Βαλτετσίου έφηβοι με μπύρες κάθονται ανακούρκουδα στη μέση του πεζόδρομου ή στέκονται με τις πλάτες στους τοίχους ακούγοντας μουσική. Δυο-τρεις χορεύουν κιόλας. Έντονα, ολοζώντανα χρώματα και όμορφες εικόνες αναμειγνύονται με την οσμή ούρων και την ταγγιασμένη υγρασία του καύσωνα. Ένα χέρι με τσιγάρο στα ακροδάχτυλα δραπετεύει από το γυναικείο σώμα που συνοδεύει και κρέμεται αποκαμωμένο από το ανοιχτό παράθυρο μιας παμπ. Η ζέστη είναι πάντα υπαίτια για απεγνωσμένες αποδράσεις, μέχρι και εν βρασμώ εγκλήματα.

 "Κοπελιά, μην περνάς από εκεί. Είναι η τουαλέτα της κοπέλας",  με προειδοποιεί ένας ντόπιος, τη στιγμή που πάω να περάσω ανάμεσα από δύο κάδους σκουπιδιών. Γύρισα να κοιτάξω την κοπέλα που μου έδειξε ο τύπος. Ψηλή, όμορφη πολύ, με μαύρες πατούσες, μια μεγάλη μελανιά στο μπούτι σε σχήμα πετάλου, ξαπλωμένη στη γωνία μια εσοχής του πεζοδρομίου, πάνω σε μια μεγάλη χαρτόκουτα ανοιχτή έτσι ώστε να φτιάχνει κεφαλάρι, ακίνητη με τα μάτια να εστίαζουν στο πουθενά. Δίπλα της, αυτοσχέδιο κομοδίνο με το Lifo, ένα ποτήρι νερό και κάτι προσωπικά αντικείμενα, ακουμπισμένα στη σειρά σα στρατιωτάκια. Από την άλλη μεριά του εικονικού υπνοδωματίου της υπήρχαν τρεις κούτες εν είδει συρταριέρας. Η γεωμετρία του χάους της μου επιτέθηκε πιάνοντάς με εξαπήνης. Ένα-ένα πέταξε τα στιλέτα της -τα 'πως' και 'τι' της προσωπικής της ιστορίας- και με ακινητοποίησε στο διάβα μου με εικόνες από το παρελθόν της, όταν το κρεβάτι της στο δωμάτιο του πατρικού κοίταζε ανατολή και είχε το κομοδίνο στα αριστερά γιατί είναι αριστερόχειρας, όσο κι αν στο σχολείο την πίεζαν να γράφει με το δεξί.

Από τότε που τσακωνόταν με τους γέρους της και διάβαζε free press πριν κοιμηθεί καπνίζοντας κρυφά κάτω από τα σκεπάσματα,  η μεσαία κόρη, η μέτρια, το παιδί σάντουιτς, η ίδια 20χρονη Παρθένος που συνεχίζει και σήμερα να είναι τελειομανής και υστερική με την τάξη, όπως ακριβώς περιγράφει το ζωδιό της. Τώρα, έφερε όλα τα χούγια της στο δρόμο και συνεχίζει μόνη, πρωταγωνίστρια, αφού η ηρωίνη φροντίζει να την διατηρεί ηρωίδα του παραμυθιού της δήθεν κανονικότητας. Κι όλα αυτά, γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ μεγάλη σκύλα και δεν είχε ποτέ τη δύναμη να την κλωτσήσει στη μούρη. Όσο κι αν το έπαιζε μάγκας στις παρέες, ήταν κατά βάθος ψυχάκι. Το μυρίστηκε και το λαγωνικό του σχολείου, της πούλησε έρωτα και την έκανε βαποράκι.

(στο Βασίλη)

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr