Menu

 

logoidea

Μαρία Dawkinson

Μαρία Dawkinson

Σπούδασα Ιστορία Τέχνης και εικαστικά στις ΗΠΑ. 
Έκανα επαγγελματική σταδιοδρομία στη διαφήμιση ως κειμενογράφος και υπεύθυνη δημιουργικού. 
Έχω ένα μπλογκ δημιουργικής γραφής και εικαστικών πειραματισμών από το 2006, το “the dawkinson syndrome’ από το οποίο μου βγήκε και μου έμεινε το ‘καλλιτεχνικό’ όνομα (λόγω αγάπης για την μεταφυσική της Dickinson και τη λογική του Dawkins). 
Έχω κάνει εκθέσεις στα εικαστικά, έχω βγάλει ένα βιβλίο με οπτικοποιημένα κείμενα ή λεκτικές εικόνες και γράφω χρονογραφήματα. 
 

Είδηση εναντίον συνείδησης. Της Μαρίας Dawkinson.

Η ομαδική ψύχωση και η μαζική παράκρουση αναπαράγονται από το πρωί ως το βράδυ σε ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και κομπιούτερ. Η παράνοια να εκπέμπεται σε λούπα κι εμείς καρφωμένοι δέκτες, ο καθένας μόνος του και στην τρέλα όλοι μαζί. Οι διπολικές συμπεριφορές που παρατηρούνται από όλους μας συνάδουν απόλυτα με τις τοξικές πληροφορίες που εισπράττουμε, τα τεκταινόμενα που βιώνουμε και τα αδιέξοδα που παράγουν οι συνδυασμοί τους.
 
 Στη χρονιά του αλόγου, το παράλογο μεσουρανεί. “Αυτοί που έχουν δρομολογήσει το ξεπούλημα της χώρας είναι και εκείνοι που θα την αγοράσουν για ένα κομμάτι ψωμί.”, “Οι θύτες φορούν μάσκες σωτήρων” “Η ανάπτυξη έρχεται με νέα λουκέτα”, “Η κρίση τελειώνει και η οικονομική αφαίμαξη κορυφώνεται με νέες, ευφάνταστες εισφορές”, “φόρος στα κατοικίδια”, “οι μειώσεις που εξαγγέλονται για λίγους είναι σιωπηρές αυξήσεις για πολλούς”, “τα χαράτσια στα ακίνητα εκτάκτως μονιμοποιούνται”, ”την σκότωσε για να τη σώσει”, “θα χυθεί άπλετο γάλα” κλπ. 
 
Με τέτοιου είδους καθημερινά, αλεπάλληλα ακούσματα επιτελείται η πολλαπλή περιστροφή την ευθείας σκέψης (εγκεφαλικό στραμπούληγμα λέγεται στην καθομιλουμένη) και καταλήγει η συνωμοσιολογία να γίνεται αναπόφευκτα η εκφυλιστική κατάληξη της κακοποιημένης μας λογικής. Όσο πιο δυσνόητο και υπερβολικό ακούγεται ένα σενάριο, τόσο πιο κοντά στην πραγματικότητα εικάζουμε ότι είναι. Ό,τι μας λένε υποθέτουμε αμέσως ότι σημαίνει το αντίθετο και την αλήθεια αναζητούμε αποκλειστικά και μόνο ανάμεσα στις γραμμές, ποτέ πια επάνω τους. Η λογική της συνωμοσιολογίας και της παραδοξολογίας ως αντίδραση στον καταιγισμό παράλογων πληροφοριών είναι η νέα κανονικότητα. 
 
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημερινής πανδημικής κατάντιας είναι η διαταραγμένη θεωρητικολογία περί του εξαφανισμένου boeing, με τη συνεχή αλληλουχία από αλληλοσυγκρουόμενες ειδήσεις. Το ‘λογισμικό’ μας, εκπαιδευμένο στο να αποδέχεται την περιπλοκότερη και πιο τραβηγμένη εξήγηση ως την πιο πιθανή απέρριψε εξαρχής με βδελυγμία το πιο απλό και ευσταθές σενάριο, εκείνο του ατυχήματος και της μηχανικής βλάβης (το οποίο και θα αποδειχτεί στο τέλος, κατ’ όπως φαίνεται ως το μόνο αληθινό).
 
Ο διαγαλαξιακός ψυχίατρος, ο οποίος μας παρακολουθεί από τα κεντρικά αυτή τη στιγμή, έχει διαγνώσει ανθρωπότητα σε απόγνωση, με συμπτώματα κακοποιημένης συνείδησης, αδυναμία ευθυκρισίας, συγχυτικά επεισόδια και συγκινησιακές εξάρσεις και μας παραπέμπει στη διαπλανητική πτέρυγα Ψ με συνεχή επιτήρηση. Επίσης, μας απαγορεύει τη λειτουργία επικίνδυνων μηχανημάτων και τη χρήση πυρηνικών. 
 

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πόλη...

Tης Μαρίας Dawkinson
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πόλη στα όρια μιας μεγάλης αυτοκρατορίας η οποία βρισκόταν υπό διάλυση. 
 
Η πόλη, από ευημερούσα επαρχία που ήταν κάποτε είχε μετατραπεί πλέον σε Βαβέλ που θύμιζε κέντρο διερχομένων και άναρχο παζάρι ιδεοληψιών και προκαταλήψεων. Το αστικό αυτό κέντρο βίωνε ξεκάθαρα τον ξεπεσμό. Διένυε τα τελευταία χρόνια της ιστορίας του ως μέρος της υπερδύναμης που αντιμετώπιζε σοβαρές εσωτερικές διαμάχες, προβλήματα εξουσίας, ανικανότητα διαχείρισης των επαρχιών της, τεράστια οικονομικά προβλήματα και επιπλέον, έπρεπε να αντιμετωπίσει και την επιθετικότητα των γειτονικών λαών που εκμεταλλεύονταν την εμφανή της αδυναμία. 
 
Η αυτοκρατορία έπνεε τα λοίσθια και η πτώση της έπαιρνε μπάλα όλα τα μήκη και πλάτη της. Έτσι, ενώ ως αδιαμφισβήτητη δύναμή παλιότερα έκανε την πόλη να αστράφτει με μνημειώδη δημόσια έργα και βεγγέρες, τώρα, με τον ξεπεσμό της άφηνε την πόλη στην τύχη της και ταυτόχρονα της επέβαλε αδιανόητους φόρους. Το αποτέλεσμα φυσικά ήταν αναμενόμενο: Κραυγές, πανικός και χασμωδία. Ο θυμός των απεγνωσμένων της κατοίκων τους έκανε να αλαλάζουν ταυτόχρονα χωρίς να βγάζουν νόημα, να τρέχουν πέρα-δώθε χωρίς σκοπό και να αρπάζονται χωρίς λόγο. Αδελφός βιαιοπραγούσε σε αδερφό για μια φρατζόλα ψωμί. Ο κόσμος που βίωνε έναν άνευ προηγμένου εξευτελισμό του βιοτικού του επιπέδου, μέσα στη μεγάλη του απόγνωση ακουμπούσε τις ελπίδες του όλο και περισσότερο σε δοξασίες, άρχισε να πιστεύει σε προλήψεις, να εμπιστεύεται τον αποκρυφισμό και εγκατέλειπε όλο και περισσότερο τη λογική και την επιστημονική σκέψη του παρελθόντος του. 
 
Μέσα σε αυτό το ανερμάτιστο και φορτισμένο σκηνικό, συναντούσες ανθρώπους να αγορεύουν παντού παραληρηματικά. Οι τρελοί και οι εκμεταλλευτές ανέβηκαν όλοι στο βήμα. Έγιναν αυτόκλητοι σωτήρες, παντογνώστες και προφήτες. Μιλούσαν με τόση εμπάθεια που τους πετάγονταν τα σάλια δεξιά κι αριστερά, δίνοντάς εντύπωση λυσσασμένων. Άλλα όσο πιο πολύ άφριζαν, τόσο περισσότεροι γίνονταν και οι οπαδοί τους. Η απελπισία τροφοδοτούσε την αλλοφροσύνη. Σε κάθε γωνία δρόμου ένας δημόσιος κατήγορος θα έβριζε την αυτοκρατορία για την κατάντια της πόλης και θα έστελνε κατάρες προς πάσα κατεύθυνση και άλλος αυτόκλητος μεσσίας ή ευαγγελιστής του Καλού θα υποσχόταν στους αναξιοπαθούντες την καλύτερη ζωή, αφού πρώτα τους τρομοκρατούσε με τα εσχατολογικά σενάρια που υπέθαλπτε το σκηνικό της πόλης. Ο κόσμος που τελούσε σε πλήρη σύγχυση ήταν το ιδανικό κοινό για τους δημαγωγούς του δρόμου, γιατί ήταν πιο εύπιστο, πιο ευάλωτο και πανεύκολη λεία. 
 
Οι κακοποιοί εκμεταλλεύονταν την αποχαύνωση του κόσμου, την παντελή έλλειψη τάξης και τη βαβούρα και λεηλατούσαν τα πάντα με την ησυχία τους.  Έσπαγαν μαγαζιά, χτύπαγαν τους περαστικούς, ακόμα και να σκοτώσουν δε δίσταζαν γιατί η ανθρώπινη ζωή είχε χάσει την αξία της. Κανένας δεν μπορούσε να βρει το δίκιο του στην πόλη, γιατί η δικαιοσύνη δε λειτουργούσε πια και η βία είχε γίνει αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας. 
 
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα επερχόμενου τέλους κάποιοι εκπρόσωποι της ορθής σκέψης, βαθιά προβληματισμένοι, προσπαθούσαν να επαναφέρουν τη λογική στο προσκήνιο, αλλά ελάχιστοι πλέον τους άκουγαν. Ο περιρρέων φανατισμός της ιδεοληψίας και της άγνοιας που απλωνόταν σαν πανούκλα στην πόλη δεν έδιναν στην ψυχραιμία, στη λογική και στην μετριοπάθεια καμία ευκαιρία. Αντίθετα, ο ορθός λόγος πνιγόταν κάτω από τις ασυναρτησίες και αυτοί που τις εξέφεραν αποκτούσαν όλο και μεγαλύτερη δύναμη. Οι ορθολογιστές  και η επιστήμη έγιναν στόχος των υπονομευτών του πλήθους, γιατί τους αμφισβητούσαν και τους χαλούσαν τα σχέδια. Οι λίγοι εναπομείναντες ορθολογιστές ήταν ουσιαστικά υπό διωγμό. Μία από αυτούς ήταν και η νεοπλατωνική φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος, Υπατία η Αλεξανδρινή.  
 
Όλα αυτά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας που έπνεε τα λοίσθια, τον 4ου αι. μ.Χ., την εποχή που η Υπατία δολοφονήθηκε από υποκινούμενο όχλο.
 
Οποιοσδήποτε εντοπίσει ομοιότητες με τη σύγχρονη πραγματικότητας είναι εντελώς παράλογος. 
 

Σβήστε πάνω μου τα τσιγάρα.

Της Μαρίας Dawkinson
 
Μη σβήνετε τα τσιγάρα στις γλάστρες. Σβήστε τα πάνω μου! 
 
Είμαι σε οικειοθελή κατ’οίκον περιορισμό γιατί έχω μία αναπηρία: δεν καπνίζω. Κάπνιζα μέχρι πριν μερικά χρόνια, αλλά το έκοψα. Έκτοτε με ενοχλεί το ντουμάνι. Κοινώς δε με πάει αυτή η χώρα, γιατί όπου και να πάω ο καπνός με διώχνει άρον-άρον.
 
Μερικά παραδείγματα: Αποφασίζω να βγω μια φορά και πάω με καλή παρέα και την καλύτερη διάθεση σε γνωστό μεζεδοπωλείο. Ρωτάω δειλά αν υπάρχει περίπτωση να βρούμε τραπέζι μη καπνιζόντων και εισπράττω την άρνηση της συντριπτικής  πλειοψηφίας (8/10). Ζούμε σε απολυταρχική δημοκρατία βλέπεις και ως μειοψηφία δεν έχεις δικαίωμα να απαιτείς αυτά που θεωρείς εσύ αυτονόητα, όπως για παράδειγμα το να μη υποβληθείς σε παθητικό κάπνισμα. Για τους καπνίζοντες, το παθητικό κάπνισμα ή είναι αστικός μύθος, ή απλά έγκειται εκτός νοητικού τους φάσματος. 
 
Φυσικά, σιγά σιγά καταλαβαίνω ότι το αίτημά μου για μη καπνίζοντες είναι καθαρά θεωρητικό εφόσον δεν υπάρχει πουθενά κατάστημα που να διαθέτει τέτοια προδιαγραφή και αν υπάρχει η προδιαγραφή είναι συνήθως δίπλα στις τουαλέτες, εξορία. Βλέπεις γονείς να καπνίζουν σε ταβέρνες και να εκπνέουν τον καπνό πάνω στα ανήλικα παιδιά τους. Τι παραπάνω να πει κανείς για τα δικαιώματα των άκαπνων; Περιττό να συμπληρώσω ότι η διαμονή πλέον σε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο διασκέδασης δεν μου είναι πλέον καθόλου διασκεδαστική και η παρουσία μου για τους άλλους καθόλου ευχάριστη.
 
Μπαίνω σε ταξί και ο οδηγός καπνίζει. Τον παρακαλώ να το σβήσει και το κάνει δυσανασχετώντας. “Είναι τα πολλά προβλήματα που σηκώνουν το τσιγάρο”, μου λέει. Κι εγώ έχω, αλλά φροντίζω να μην ενοχλώ τους άλλους με τα προβλήματά μου, σκέφτομαι.
 
Είμαι καλεσμένη σε φιλικό σπίτι και εκεί καπνίζουν πάλι όλοι. Βρίσκω μια δικαιολογία για να φύγω και γίνομαι και πάλι η σπαστική της παρέας. Την τελευταία φορά που είπα να μείνω σε αποπνικτική ατμόσφαιρα έκανα δύο μέρες να συνέλθω από τη φαρυγγίτιδα. Όπου και να το πω θα με θεωρήσουν υπερβολική μέχρι και υποχόνδρια.
Στο γραφείο κάπνιζαν όλοι και όταν άνοιγα τα παράθυρα διαμαρτύρονταν ότι θα τους κρυολογούσα. Μια καθημερινή μάχη κι εκεί. Εγώ έναντι όλων.
 
Για μπαρ δεν το συζητώ. Το ποτό πάει με τσιγάρο κι όποιος δεν το κατανοεί δεν πάει ούτε εκεί.
Προ ημερών βρέθηκα σε μεγάλο νοσοκομείο και ναι, μύριζε τσιγάρο. Στην αίθουσα αναμονής κάπνιζαν και ο καπνός δεν έμενε εκεί. ταξίδευε στους διαδρόμους και έφτανε μέχρι και στα δωμάτια των νοσηλευομένων. Στην αίθουσα όπου ντουμάνιαζαν οι επισκέπτες μια χειρόγραφη επιγραφή έλεγε το καταπληκτικά σουρεαλιστικό “μη σβήνετε τα τσιγάρα στις γλάστρες, οι γλάστρες δεν είναι τασάκια”. Σε νοσοκομείο. Το 2014. Οι γλάστρες έχουν περισσότερα δικαιώματα από τους ασθενείς.
 
Τα πράγματα έχουν χειροτερέψει πολύ τελευταία. Θες γιατί περισσότεροι καπνίζουν πια λόγω κρίσης, θες γιατί οι καταστηματάρχες θέλουν πελάτες και δεν υπολογίζουν τίποτε άλλο, θες γιατί η γενικότερη διάλυση έχει κάνει τους ελέγχους από ελαστικούς μέχρι ανύπαρκτους, το αποτέλεσμα είναι ότι η συντριπτική μειοψηφία δεν μπορεί παρά να περιορίζεται σε χώρους όπως τα μέσα συγκοινωνίας, άντε κανένα σινεμά ή θέατρο με την προϋπόθεση ότι δε θα βγει στο διάλειμμα στο φουαγιέ-θάλαμο αερίων, ή στο σπίτι του.
 
Έτσι κι εγώ, σπίτι μου. Εκεί όμως είναι η δική μου χώρα όπου είμαι πρόεδρος και γράφω το σύνταγμα που λέει “ όποιος θέλει να καπνίσει, έξω”. Στην αρχή ντρεπόμουν να το ζητώ, αλλά τώρα καθόλου. Ίσα-ίσα που προσφέρω στους καπνίζοντες την εμπειρία που μου προσφέρουν εκείνοι όπου κι αν βρεθώ, μείον βέβαια τις συνέπειες για την υγεία τους γιατί μάλλον δεν τους βλάπτω με αυτό που απαιτώ. Και κάτι άλλο. Αυτό περί δημοκρατίας και δικαιωμάτων της πλειοψηφίας, ξέχνα το. Καθώς έγραφα το κείμενο αυτό διάβασα ότι οι καπνίζοντες παραμένουν μειοψηφία στη χώρα. Κάτι που χαρακτηρίζει το καθεστώς ως απολυταρχικά ολιγαρχικό. 
 
 
Υ.γ. εκείνο το “καπνίζει σαν τούρκος” μπορούμε να το ξεχάσουμε. Στην Τουρκία ο νόμος προστατεύει πλέον τους μη καπνιστές στους δημόσιους χώρους.
 

Το κίτρινο της μόδας.

Της Μαρίας Dawkinson.
 
 
Τελευταία, είναι πολύ της μόδας το κίτρινο. Σε καναρινί, σε λεμονί, σε μουσταρδί, σε κροκί. Tαιριάζει με όλα τα άλλα χρώματα και στη συνέχεια τα εξουδετερώνει στο πέρασμά του. Είναι βασικά το χρώμα που κυριολεκτικά κάνει όλα τα άλλα να ωχριούν μπροστά του. Το κίτρινο είναι συμπληρωματικό του νεκρώσιμου μωβ -που παρεμπιπτόντως βγαίνει από το ανακάτεμα του μπλε και του κόκκινου. Το κίτρινο συνδυάζεται ιδανικά με μπλε αξεσουάρ. Αν το ανακατέψεις δε με μπλε χρωστική, βγάζεις πράσινο χρώμα και χρήμα πολύ. Με το κόκκινο πάει επίσης πάρα πολύ. Ο συνδυασμός είναι κλασσικός και διαχρονικός, σαν ισόβια κάθειρξη. Σε παραπέμπει σε σημαίες υπερδυνάμεων (βλ. μακ Ντόναλντς, ΕΣΣΔ). Η μίξη των δύο χρωμάτων βγάζει το πορτοκαλί του ενθουσιασμού και της βουδιστικής στωικότητας, η οποία θα φανεί σε όλους μας όλο και πιο χρήσιμη με το πέρασμα των ημερών. 
 
Το γιούνισεξ κίτρινο φοριέται πλέον παντού και όλες τις ώρες και χώρες. Στην γείτονα, ας πούμε, έπεσε ξαφνικά τόσο πολύ κίτρινο στο ίντερνετ, που μαύρισαν οι οθόνες από το κακό τους. Στο διαδίκτυο γενικά χύνεται πολύ κίτρινο τελευταία. Βλέπεις ένα λινκ για κάποιο νέο σκάνδαλο που ανέβασε κάποιος σε ειδησεογραφικό site, το πατάς και μετά από πέντε λεπτά δεν είναι πια εκεί, παρά μια άδεια σελίδα με την ένδειξ error! Πρέπει να ανέβασε ξαφνικά κίτρινο πυρετό και να το απέσυραν. Ή να ήπιε λεμονάδα χωρίς ζάχαρη και να πνίγηκε, η να εισέπνευσε αέριο μουστάρδας. Κάτι τέτοιο, τελοπάντων, έπεσε κι εδώ και κιτρίνισε τον τύπο (που το ανέβασε), εξαφάνισε και τη σελίδα του. Αλλά και το live δεν πάει πίσω. 
Βγαίνεις με φίλους σου να χαρείς για λίγο και κατακίτρινίζεις. Λες τη γνώμη σου για τη δεξιά, σε μπαγλαρώνουν για βομβιστή, λες τη γνώμη σου για την αριστερά σε προπηλακίζουν για φασίστα, λες ότι έχεις ακόμα δουλειά, σε αποκαλούν κρατικοδίαιτο, μιλάς για την ιδιωτική πρωτοβουλία, σε λένε πλουτοκράτη. Βρίσκεις καταφύγιο και ισορροπείς σαν τον Μιγιάγκι του Καράτε Κιντ στο κέντρο, σε τραβολογάνε από παντού για να σε πάρουν με το μέρος τους κι αν σταθείς αμετακίνητος στη μέση σε απαξιώνουν όλοι μαζί. Κίτρινο με φόντο κίτρινο έχει γίνει η επικοινωνία. Το μόνο που σου απομένει για να γλυτώσεις από τόση ξινίλα είναι το κλασσικό, ανώδυνο θέμα: ο καιρός. Αλλά τώρα με την υπερθέρμανση του πλανήτη έχει γίνει κι αυτό επικίνδυνο, γιατί έχει πολιτικοκοινωνικές προεκτάσεις ακόμα κι η τοπική συννεφιά στο Γαλάτσι.
 
Με αυτά και μ’ αυτά, όπως έχει δείξει και η κυκλικά επαναλαμβανόμενη παράδοση, κάποια στιγμή ξαναέρχεται η ώρα που το κίτρινο βγαίνει από τα σκονισμένα βιβλία της Ιστορίας και ξαναφοριέται παντού, σβήνοντας στο πέρασμά του χρώματα, διαθέσεις, προθέσεις και αντιπαραθέσεις, ενισχύοντας μόνο τις επιθέσεις με σκοπό την επιβολή της τάξης, της ομοφωνίας/μονοφωνίας και της πολυπόθητης ομοιογένειας που θα πάει μπροστά τον τόπο. Γιατί η πολυχρωμία είναι κουραστική στο μάτι και οι πολλές υποκειμενικές αλήθειες δεν οδήγησαν ποτέ κανέναν πουθενά. Πολλοί διάσημοι της Ιστορίας με περιέργα μουστάκια θα συμφωνούσαν μ’ αυτό. 
Ζήτω η μονοχρωμία! Ζήτω το κίτρινο!
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr