Menu

 

logoidea

Ορέστης Π. Κύρτσης

Ορέστης Π. Κύρτσης

«Γεννήθηκα στο βράχο της ξερολιθιάς» έλεγε ο ποιητής, αλλά εγώ προτίμησα -δικαίως- την Αθήνα, μεγαλώνοντας στο κέντρο και την περιφέρειά της. Όπως και αναμενόταν, φοίτησα στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών με αποτέλεσμα συχνά - πυκνά να δηλώνω «εικαστικός». Ο πνευματικός εαυτός μου είναι ευτυχής με αυτό το ταξίδι, ο τεχνοκράτης όμως με οδήγησε σε δρόμους πιο εφαρμοσμένους -πάντα καλλιτεχνικούς- κι έτσι βρέθηκα να πειραματίζομαι και με το επιχειρείν. Αλλά δε μου έφτανε αυτό. Από τον καιρό ήδη που ενηλικιώθηκα, συνειδητοποίησα ότι δε μπορεί κανείς να με εμποδίσει να εμπλακώ σε αμφιλεγόμενες υποθέσεις. Οπότε βούτηξα στη θάλασσα της πολιτικής κι από τότε δε χάνω καιρό να κολυμπώ σε νερά πότε στεκάμενα και πότε ταραγμένα. Κάποτε λέω να βγω, ύστερα σκέφτομαι πόσες ιδέες ακόμη δεν έχουν πάρει το δρόμο προς την εφαρμογή και ξανοίγομαι πάλι. Άλλωστε ό,τι κι αν σχεδιάζω είναι αναπόφευκτα πολιτικά φιλτραρισμένο. Εν τω μεταξύ, κάποιοι εκτός από «πολιτικό» με κατηγορούν και για «ποιητή», αλλά για μένα να μιλάμε τώρα; Έχουμε πολλά να πούμε.

follow opkyrtsis @ twitter

Τα πολύχρωμα φαντάσματα του Εθνικισμού. Tου Ορέστη Π. Κύρτση

Η κυρίαρχη εθνική μας ψυχολογία από την Ανεξαρτησία ως σήμερα είναι η ίδια, απαράλλαχτη. Χαρακτηρίζεται από επαρχιωτισμό, εξαρτήσεις και σύνδρομα καταδίωξης. Τοποθετούμαστε στο παγκόσμιο και ευρωπαϊκό γίγνεσθαι ως «ανήλικα τέκνα» που χρειάζονται κηδεμόνες. Κηδεμόνες που λατρεύουμε ως σωτήρες και ύστερα μισούμε ως δυνάστες. Ανήλικα τέκνα που έχουν την ανάγκη να έλκουν την προσοχή χρησιμοποιώντας την αρχαία κληρονομιά τους. Παιδιά που στο σκοτάδι φαντασιώνονται τη στοργή των καλών φιλελλήνων που τους αγαπάνε και θα τους βοηθήσουν, το ξανθό γένος, τον εγγλέζο στρατιώτη, δυνάμεις που προσφέρουν γενναιόδωρη και ανιδιοτελή αρωγή. Κι ύστερα ονειρεύονται μοχθηρούς εχθρούς, μισέλληνες μασόνους που συνωμοτούν κι επιβουλεύονται την ταλαίπωρη Ελλάδα, παγκόσμια συστήματα που σαν σαράκι κατατρώγουν τις ρίζες του έθνους μας. Η αφύπνιση γίνεται πάντα απότομα και αιματηρά, αλλά τίποτε δε μπορεί να μας μετακινήσει από τη νέα ελληνική μας μυθολογία.

Ο έμφυτος εθνικισμός του Έλληνα έχει ελάχιστα κοινά με τον πατριωτισμό. Γιατί ο εθνικισμός βασίζει την ύπαρξή του στην άγνοια της πραγματικότητας και στην απόκρυψή της και επιβιώνει χάρη σε ένα σύμπλεγμα στερεοτύπων: στην πεποίθηση ότι εμείς είμαστε ο περιούσιος λαός, ότι όλα τα έθνη μας χρωστούν, ότι η υπερηφάνειά μας είναι ισχυρότερη από αυτή των άλλων λαών. Κι όμως, αυτός ο εθνικισμός βασίζεται στη σχέση εξάρτησης με τους ξένους, γιατί χωρίς αυτούς δεν έχει λόγο ύπαρξης. Αν καταπέσουν οι θεωρίες συνωμοσίας εναντίον της χώρας μας, δεν έχει λόγο ύπαρξης. Αν πάψουμε να μπλέκουμε αυτό που πραγματικά συμβαίνει με αυτό που θα θέλαμε να συμβαίνει, αν επικρατήσει η λογική και αποκτήσουμε σφαιρική όραση βγάζοντας τις εθνικοτοπικές μας παρωπίδες, τότε ο εθνικισμός δεν έχει λόγο ύπαρξης. Ο εθνικισμός, λοιπόν, είναι η συμπλεγματική οχύρωσή μας πίσω από το τείχος της μισαλλοδοξίας, η παραδοχή μας ότι ετεροκαθοριζόμαστε, η καθοριστική μας συμβολή στη μικρότητά μας. Ο εθνικισμός αποστρέφεται την πρόοδο και την αλλαγή, γιατί κάθε αλλαγή εμπεριέχει την έκθεση σε νέες συνθήκες εξωστρέφειας.

Ώστε ο εθνικισμός δε μπορεί παρά να είναι μια υπερσυντηρητική αντίδραση στην αδυναμία ενσωμάτωσης στην εξέλιξη, στην έλλειψη προσαρμοστικότητας απέναντι στις αλλαγές που συμβαίνουν διεθνώς. Έτσι λοιπόν, ο εθνικισμός είναι πολύ περισσότερο επιζήμιος παρά ωφέλιμος για ένα έθνος. Μια πρόχειρη ματιά στην πρόσφατη ιστορία μας αποδεικνύει του λόγου το αληθές: οι εθνικιστές υπήρξαν πάντοτε οι εθνικοί μειοδότες. Όψιμοι πατριώτες που χρημάτισαν συνεργάτες των Γερμανών στον Πόλεμο. Πραξικοπηματίες που ξεπούλησαν την Κύπρο. Αλλά και σήμερα νεοναζιστές. Γι’ αυτό το λόγο ο Εθνικισμός είναι ασύμβατος με την έννοια της Αριστεράς ως προοδευτικής ιδεολογίας. (Εδώ κινδυνεύουμε να μπούμε σε μια άλλη συζήτηση περί καθορισμού των πολιτικών εννοιών και ονομάτισης των ιδεολογιών.) Όμως μόνον κάποιος που θεωρεί ότι ο Υπαρκτός Σοσιαλισμός έχει λειτουργική σχέση με την Αριστερά θα μπορούσε να αποδεχθεί την ύπαρξη του Αριστερού Εθνικισμού. Για μένα δεν είναι παρά ένα σχήμα οξύμωρο. Ο εθνικισμός έχει οργανική συγγένεια με τη δεξιά και τη συντήρηση. Αποτελεί αίτιο και αιτιατό, πρώτη ύλη που τη γεννά και τροφή που τη συντηρεί. Κάθε γνήσιος λαϊκισμός εμπεριέχει μια γερή εθνικιστική δόση.

Αντίθετα, ο πατριωτισμός, είναι η υγιής πίστη στις δυνατότητες μιας χώρας, έχει κι αυτός συναισθηματικό φορτίο που δεν απορρέει όμως από στερεότυπα υπεροχής, αλλά από το βίωμα της συνύπαρξης των ανθρώπων σε έναν τόπο, από τον πόθο της βελτίωσης και το όραμα της διαρκούς προόδου. Ο πατριωτισμός δεν έχει ανάγκη ούτε από κραυγές, ούτε από σύμβολα, ούτε από τσαμπουκά. Παραμένει όμως, δυστυχώς, ξένος ως προς την πλειοψηφία του λαού μας. Γιατί ο μέσος Έλληνας είναι πρώτος στην εθνικιστική ρητορεία και την υπερηφάνεια, πρώτος, όμως, και στην φοροαποφυγή και στη ρύπανση του περιβάλλοντος.

Σήμερα, αυτό που βιώνουμε είναι η αυτοεκπληρούμενη προφητεία της παλλαϊκής αντίστασης κατά των «εισβολέων» της πατρίδας μας, αυτών που εμείς οι ίδιοι καλέσαμε να μας συνδράμουν επειδή πάλι εμείς οι ίδιοι διαλύσαμε την οικονομία μας. Μια σχεδόν αυτιστική εθνική συμπεριφορά, η οποία συνιστά από μόνη της ένα ουσιαστικό πρόβλημα πολύ εκτεταμένο, καθώς όπως έλεγα έχει περισσότερο εθνικιστικά παρά πατριωτικά χαρακτηριστικά.

Αφ’ ενός μια συντηρητική Ευρώπη του ισχυρού οικονομικά Βορρά και του προβληματικού Νότου, μια Ένωση με νεοφιλελεύθερες αγκυλώσεις και νεοκαπιταλιστικές πλειοψηφίες, που επιβάλλει την ατζέντα της ηγεμονικά, υπερβαίνοντας και παρακάμπτοντας τον αξιακό πολιτικό ιστό γύρω από τον οποίο υφάνθηκε το όραμα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Και αφ’ ετέρου η Ελλάδα που είτε υπακούει στους δανειστές – δυνάστες της, είτε αντιστέκεται στην ηγεμονία τους, πάντως αρνείται πεισματικά να πιστέψει στις δικές της δυνάμεις. Αρνείται την αλλαγή των παραδεδομένων σχέσεων μεταξύ πολιτών και πολιτικής, αρνείται την απεξάρτηση από το κράτος – Λεβιάθαν, αρνείται τη δημοσιονομική πειθαρχία, αρνείται την προσαρμογή σε νέες παραγωγικές δομές, τη μετάβαση σε εναλλακτικές καλλιέργειες, την αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Αυτή η στάση είναι εθνική και περιλαμβάνει το κράτος, τους πολίτες, τον ιδιωτικό τομέα σε συντριπτικό ποσοστό.

Ο συνασπισμός των κυβερνητικών κομμάτων, λοιπόν, που ως τώρα φαίνεται να έχει επενδύσει στη στασιμότητα και την αυτοτροφοδοτούμενη μιζέρια αυτής της χώρας, που του είναι πιο οικείο να κραυγάζει από το να σχεδιάζει τη ριζική αλλαγή όλων των δομών που μας έχουν οδηγήσει στα σημερινά αδιέξοδα, ακριβώς επειδή ο λαϊκισμός είναι εύληπτος και εύπεπτος από τους πολλούς, αναπόφευκτα αποκτά περισσότερο εθνικιστικό παρά πατριωτικό χαρακτήρα. Και ως εκ τούτου είναι περισσότερο επιζήμιος παρά ωφέλιμος.

Ψηφιακός δήμος: εφαρμόσιμη προοπτική.

Tου Ορέστη Π. Κύρτση

Οι εποχές αλλάζουν, καθώς και οι προτεραιότητες. Ένα νέο φάσμα μεταρρυθμίσεων είναι διαθέσιμο στα χέρια της τοπικής αυτοδιοίκησης και δεν είναι άλλο από  τις νέες τεχνολογίες στην υπηρεσία του δημότη. Μελετώντας πετυχημένα μοντέλα στην Ελλάδα και διεθνώς μπορούμε να αναπτύξουμε υπηρεσίες που θα διευκολύνουν τους δημότες στην καθημερινότητά τους και παράλληλα θα διευκολύνουν το δήμο να είναι αποτελεσματικός.

Το πρώτο και το αυτονόητο είναι η δυνατότητα των πολιτών να παρακολουθούν ζωντανά τις συνεδριάσεις των δημοτικών συμβουλίων και των επιτροπών μέσα από τη σελίδα του δήμου, κάτι που συμβαίνει κατά κανόνα σε πολλούς δήμους της Αττικής. Προτείνεται επίσης συγκεκριμένη μέρα και ώρα online ηλεκτρονική συνομιλία του δημάρχου με δημότες, χρήση της «γραμμής του δημότη» και forum διαβούλευσης.

Εκμεταλλευόμενοι τη ραγδαία διάδοση των έξυπνων φορητών συσκευών μπορούμε να διαθέσουμε στο κοινό μια εφαρμογή που θα λειτουργεί ως διαδραστικό εργαλείο για την επικοινωνία του με τη δημοτική αρχή. Έτσι, ο δήμος θα μπορεί να ενημερώνει σε πραγματικό χρόνο για όσα ενδιαφέρουν τους δημότες (πχ οδικά έργα, πολιτιστικές δράσεις, προκηρύξεις, αποφάσεις κλπ), αλλά και ο δημότης θα είναι δυνατό να ενημερώνει για προβλήματα που συμβαίνουν στη γειτονιά του και απαιτούν επέμβαση του δήμου. Η παραπάνω εφαρμογή θα μπορούσε να συνδυαστεί με τη χρήση ενός συστήματος GIS, ενός έξυπνου διαδραστικού χάρτη του δήμου, δηλαδή.

Ο έλεγχος και η λογοδοσία ξεκινάει από την υποχρεωτική δημοσίευση στη διαύγεια κάθε απόφασης που λαμβάνεται στα όργανα του δήμου. Αυτό δεν αρκεί. Οι δημότες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αξιολογούν την ποιότητα των υπηρεσιών του δήμου και την πρόοδο των έργων. Μόνο μια διοίκηση παρωχημένη δε θα αντιλαμβανόταν ότι μια τέτοια προοπτική θα επιτάχυνε την αποτελεσματικότητά της και θα της έδινε το πλεονέκτημα του ελέγχου της ποιότητας και της απόδοσής της.

Η γραφειοκρατία, ο αήττητος ελληνικός Λεβιάθαν που εμποδίζει καθετί το δημιουργικό, ανακόπτει τη λειτουργία της αγοράς και ταλαιπωρεί τους πολίτες, μπορεί να μειωθεί δραστικά μέσα από ένα λειτουργικό σύστημα ηλεκτρονικής μηχανοργάνωσης και διεκπεραίωσης υποχρεώσεων, αντίστοιχο με το taxisnet του Υπουργείου Οικονομικών και άλλων παρεμφερών συστημάτων που αναπτύσσονται τελευταία. Η χορήγηση αδειών, πιστοποιητικών, ειδικών τελών κλπ θα επιταχυνθεί και θα αποσυμφορήσει τη λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών, ενώ παράλληλα θα ανακουφίσει τις τοπικές επιχειρήσεις που αποτελούν το κλειδί  της βιωσιμότητας του δήμου και σίγουρα δε χρειάζονται επιπλέον εμπόδια στον αγώνα της επιβίωσής τους.

Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση αφορά πρώτιστα και την εσωτερική λειτουργία του δήμου , δηλαδή  τη διασύνδεση μεταξύ υπηρεσιών και την οργάνωση εντολών με τη χρήση CRM, χρήση ηλεκτρονικών πρωτοκόλλων και αυτοματοποιημένης διακίνησης ψηφιακών εγγράφων.

Το διαδίκτυο δεν αποτελεί απλώς επιλογή, αλλά κοινωνικό αγαθό, το οποίο ένας σύγχρονος δήμος οφείλει να εξασφαλίσει στους δημότες του, ιδιαίτερα στην περίπτωση που η ηλεκτρονική διακυβέρνηση όπως περιγράφεται πιο πάνω, αποτελεί στρατηγική επιλογή του.  Είναι ήδη σε εξέλιξη προγράμματα για την κάλυψη των πόλεων με ελεύθερο διαδίκτυο με την ευθύνη υλοποίησης στις δημοτικές αρχές. Είναι ένα φιλόδοξο πρόγραμμα το οποίο πρέπει μεθοδικά να ξεκινήσει και στην Αγία Παρασκευή και αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της ηλεκτρονικής διοίκησης,  οργάνωσης και επικοινωνίας του σύγχρονου δήμου.

Η χρηματοδότηση των παραπάνω δεν αποτελεί σκοτεινό σημείο, ούτε είναι κάτι που απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια. Αυτή τη στιγμή τρέχουν τα επιχειρησιακά προγράμματα «Ψηφιακή Σύγκλιση» και «Διοικητική Μεταρρύθμιση» τα οποία διαθέτουν τους πόρους για την εγγυημένη εφαρμογή τους.

Τέλος, πρέπει να λάβουμε υπ΄όψιν ότι οι παραπάνω δράσεις δεν εξοικονομούν μόνο χρόνο και χρήμα, αλλά έχουν ταυτόχρονα και οικολογικό αποτύπωμα, αφού μειώνουν δραστικά τη χρήση του χαρτιού στην εσωτερική λειτουργία του δήμου και στις συναλλαγές του με το κοινό, αλλά και σε πιο εξειδικευμένες εφαρμογές όπως είναι πχ. οι έξυπνοι κάδοι που μειώνουν τις περιττές κινήσεις των απορριματοφόρων κλπ.

 Όλα όσα προαναφέρω, άλλωστε, εφαρμόζονται ήδη σε διάφορους δήμους της χώρας (Όπως είναι η Ηλιούπολη, η Παλλήνη, η Ιεράπετρα, η Θέρμη), που τόλμησαν να κάνουν το βήμα προς μια έξυπνη και αποτελεσματική διοίκηση με δημοκρατικό, διαφανές και αναπτυξιακό πρόσημο.

 

*Ο Ορέστης Π. Κύρτσης είναι υποψήφιος δημοτικός σύμβουλος με την παράταξη "Συμμαχία Ευθύνης" του Βασίλη Γιαννακόπουλου.

www.kyrtsis.gr / www.facebook.com/opkyrtsis

Οι λέξεις που σκοτώσαμε

Του Ορέστη Π. Κύρτση

Η κάθε γλώσσα, ακόμα και η δική μας, έχει πεπερασμένες δυνατότητες. Τούτο συμβαίνει είτε γιατί το εύρος και η ποιότητα ορισμένων εννοιών ξεπερνούν τις εκφραστικές της δυνατότητες, είτε γιατί η φαρέτρα των συνωνύμων που έχουμε στη διάθεσή μας για να πούμε παρόμοια πράγματα αρχίζει να εξαντλείται. Αν και θα το ήθελα, δεν έχω σκοπό να θίξω αυτή τη στιγμή γλωσσικά ζητήματα. Αυτό που με απασχολεί είναι πώς θα μπορέσουμε να μιλήσουμε ξανά με ειλικρίνεια, χρησιμοποιώντας τις λέξεις που έντυσαν τα ψέματά μας, όπως περίπου λέει κι ένα τραγούδι.

Μιλώ για τα ψέματα της πολιτικής και τις φθαρμένες διατυπώσεις της, ακόμη και τις αλήθειες που ειπώθηκαν με βερμπαλισμό, τα χιλιοειπωμένα συνθήματα, τους κενούς ορισμούς, λέξεις και φράσεις που κάποτε ίσως είχαν ισχύ, σήμερα όμως είναι τόσο παρωχημένες που καταντούν ένοχες.

Το πρόβλημα δεν είναι οι ρητορικές ακροβασίες της πολιτικής, αυτές πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Ούτε ο λεγόμενος «ξύλινος λόγος» αυτός καθαυτός. Αλλά πώς ο τελευταίος δε θα μολύνει ό,τι καινούργιο έχουμε να πούμε (υπό την αίρεση ότι όντως έχουμε κάτι να πούμε).

Γύρω από την κινητικότητα της Κεντροαριστεράς, ανάμεσα σε κατεστημένες θέσεις και πρόσωπα που «δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν» καθώς έλεγε ο ποιητής, υπάρχουν άνθρωποι με νέες ιδέες (κι όχι κατ’ ανάγκη νέοι άνθρωποι) που συμπράττουν σε έναν, αν μη τι άλλο, χρήσιμο διάλογο. Πώς δε θα σκοντάψουν πάνω στις γυμνές λέξεις; Με την ευθύνη όλων μας διαπράχθηκε κι αυτό ακόμη το έγκλημα: σκοτώσαμε τις λέξεις, αδειάσαμε τις έννοιες. Τόσο που πρέπει να ανακαλύψουμε ή, ακόμη χειρότερα, να εφεύρουμε νέες, αλλιώς κάποιοι θα μας πετροβολήσουν. Όχι γιατί έχουν δίκιο επί της ουσίας, αλλά γιατί το φορτισμένο θυμικό της κοινωνίας, εκτός των άλλων, χρειάζεται και ψυχολογικούς χειρισμούς, αν αποφασίσουμε ξανά να της απευθυνθούμε ή, πιο σωστά, να τη βάλουμε στο παιχνίδι.

Όταν η αριστερά γίνεται πιο συντηρητική από τη συντήρηση και η πρόοδος το τελευταίο που αφορά είναι την πρόοδο, όταν η σοσιαλδημοκρατία φαντάζει σαν απομεινάρι κάποιας σκουριασμένης κομματικής γραφειοκρατίας, αλλά και ευρύτερα, όταν η ανάπτυξη αποτελεί την αναγκαία αποστροφή στο λόγο κάθε αδαούς, τότε έχουμε μόνο δύο επιλογές. Ή να αποκαταστήσουμε την αξία των λέξεων επανακαθορίζοντας τις έννοιες που εκφράζουν, ή να τις εγκαταλείψουμε και να βρούμε νέες. Πραγματικά δε μπορώ να σταθμίσω τι είναι πιο δύσκολο. Στο βαθμό που η σύνδεση σημαίνοντος και σημαινομένου αποτελεί ζητούμενο, αντιλαμβανόμαστε το απόλυτο ρήγμα εμπιστοσύνης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ μας.

follow opkyrtsis @ twitter

Το δόγμα της παθητικότητας

Του Ορέστη Π. Κύρτση -

Εδώ και καιρό έχω διαμορφώσει την πεποίθηση ότι εμείς οι Έλληνες έχουμε αναπτύξει ένα πλέγμα μηχανισμών προκειμένου να περιορίζουμε τη δημιουργικότητά μας στην εμπλοκή με διάφορες κλίμακες παραγωγικών κοινοτήτων με την ευρεία έννοια. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η παθολογία εμφανίζεται προκειμένου να μετριάζει τον ενεργητικό χαρακτήρα του ρόλου των πολιτών.

Στο μυαλό μου έχω ένα τριγωνικό παράδειγμα που πιθανότατα είναι ατελές ή αποσπασματικό, νομίζω είναι, ωστόσο, ενδεικτικό. Αν αντιπαραβάλουμε τη στερεοτυπική σχέση των δύο μερών α. σ’ ένα σχολείο μεταξύ δασκάλου – μαθητών, β. σε μια εταιρεία μεταξύ εργοδότη – εργαζομένων και γ. σε ένα κόμμα μεταξύ μεγαλοστελέχους – μελών, θα διαπιστώσουμε μια κοινή «παθολογία». Διακρίνεται μια τάση υποταγής στην εκάστοτε «ηγεσία» όχι κατ’ ανάγκη με όρους δουλικότητας, αλλά με όρους εξάρτησης. Αναφέρομαι σε μια εξάρτηση που εξυπηρετεί την απουσία δημιουργικής πρωτοβουλίας και εξασφαλίζει ένα ασφαλές περιβάλλον ώστε να είναι δυνατή η απολαβή μιας έτοιμης αμοιβής.

Ώστε δημιουργείται μια σχέση με πελατειακό χαρακτήρα, όπου ο πελάτης – υφιστάμενος αξιώνει με κάθε τρόπο από τον αξιωματούχο να του παρέχει σε μια από τις τρείς παραπάνω περιπτώσεις αντίστοιχα, την έτοιμη γνώση – βαθμό, στο σχολείο, εντολή για διεκπεραίωση εργασίας – μισθό, στην εργασία, υπόσχεση για ευημερία, στο κόμμα.

Ο μαθητής απολαμβάνει την έτοιμη γνώση από το δοσμένο σύγγραμμα το οποίο καλείται να αποστηθίσει ενεργοποιώντας ελάχιστα την κρίση του. Στο βαθμό που ακολουθήσει πειθήνια τη συνταγή, με συνένοχο το δάσκαλο θα αμειφθεί με καλό βαθμό. Ο υπάλληλος της εταιρείας ως εκτελεστικό όργανο θα λάβει την εντολή της διεκπεραίωσης μιας εργασίας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά χωρίς να απαιτηθεί αναγκαία η γνώμη του, πράγμα που δεν έχει λόγο να το επιδιώξει ούτως ή άλλως, αφού η συμβολή αυτή αρκεί να του εξασφαλίσει μισθό. Το δε μέλος του κόμματος εξουσίας έμαθε πάντα να είναι περισσότερο χειροκροτητής, παρά συνδιαμορφωτής μιας πολιτικής. Περιμένει το μεγαλοστέλεχος να τον καθοδηγήσει, τον υποψήφιο βουλευτή να του τάξει τακτοποίηση στο δημόσιο και ευημερία. Στο τέλος της μέρας θα τον ελέγξει αν τήρησε την υπόσχεση, αλλά ο ίδιος θα έχει περιοριστεί στο ρόλο του παρατηρητή. Σκεφθείτε την εφαρμογή του τελευταίου μοντέλου στην πολιτική συμπεριφορά του συνόλου της κοινωνίας.

Φυσικά, για να διασφαλιστεί η αμοιβή πρέπει με κάθε τρόπο να διασφαλιστεί και να υπηρετηθεί η δοσμένη τυπολογία συνεργασίας χωρίς απώλειες και παρεκβάσεις και με την απόλυτη προϋπόθεση ότι κανείς δε θα παρεκκλίνει από την παγιωμένη αυτή λειτουργία. Όποιος μεταβάλει την παραγωγικότητά του ή αναπτύξει πρωτοβουλίες εκτός του αρχικού προγραμματισμού, αποτελεί αυτόχρημα κίνδυνο για την ομάδα.

Έτσι συντηρούνται ελάχιστα παραγωγικές ομάδες, αμοιβαία ικανοποιημένες στο βαθμό που η προσφορά και η ζήτηση ισοσκελίζονται μέσα σε φαύλα συστήματα που μακροπρόθεσμα χρεωκοπούν.

Κάποιοι θα βιάζονταν να φωνάξουν «είναι ο καπιταλισμός, ηλίθιε!», αλλά ανεξαρτήτως αν αποδειχθώ ένας ακόμη ηλίθιος, ο ίδιος ο καπιταλισμός δε σχετίζεται κατά κανένα τρόπο με την έλλειψη δημιουργικότητας των κοινοτήτων, τουναντίον μάλιστα. Αυτός που συνδέεται είναι ο λεγόμενος πελατειακός καπιταλισμός -που επί δεκαετίες μεσουρανεί στη χώρα μας- περισσότερο ως αιτιατό παρά ως αίτιο της συνταγής που περιγράφω.

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr