Menu

 

logoidea

Δέσποινα Λιμνιωτάκη

Δέσποινα Λιμνιωτάκη

Ζω και εργάζομαι στο Ηράκλειο Κρήτης.   Σπούδασα Παιδαγωγικά και Ψυχολογία και έκανα μεταπτυχιακή ειδίκευση στις διεργασίες, την πρόληψη και τη θεραπεία προβλημάτων που αφορούν σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες.  ‘Εχω κάνει έρευνα πάνω στον υπαρξιακό φόβο και τη στάση που κρατούν οι άνθρωποι απέναντι σε επικείμενο θάνατο, όπως εφαρμόζονται στη διεργασία πένθους.
 
Το πρώτο μου βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίτανος, με τον τίτλο: "Ζήτημα Ζωής και Θανάτου - ο φόβος του θανάτου, η διεργασία πένθους και το κυνήγι της ευτυχίας στην καθημερινή ζωή".  
 
‘Εχω κάνει και πέντε-έξι άλλα πράγματα, αλλά το γεγονός ότι λατρεύω να γράφω και να διαβάζω είναι η κεντρική ιδέα που θα ήθελα να θυμούνται οι φίλοι.
 

Ο Ρόλος της Οικογένειας και του Σχολείου στην Επιλογή Σταδιοδρομίας.Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη

Μαζί με τις επιθυμίες, τις κλίσεις και τις ατομικές δεξιότητες που επηρεάζουν τις αποφάσεις ενός νέου παιδιού, ένας τέταρτος βασικός παράγοντας που θα καθορίσει την επιλογή επαγγέλματος όταν έρθει εκείνη η ώρα, είναι οι ίδιοι οι γονείς του.  Το σπίτι μπορεί να επιδράσει στις επαγγελματικές προτεραιότητες του εφήβου τόσο άμεσα, π.χ. μέσα από την υπόδειξη, την προτροπή ή την απαγόρευση, όσο και έμμεσα, δηλαδή μέσα από τη μετάδοση των οικογενειακών πεποιθήσεων και στάσεων απέναντι στη ζωή.
 
Σύμφωνα με έρευνες, οι νέοι τείνουν να επιλέγουν επαγγέλματα που είναι πολύ κοντά ή είναι τα ίδια με αυτά των γονιών τους (ιδιαίτερα του πατέρα).  Έρευνα των Douglas και συνεργατών, έδειξε ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό (13% των αγοριών και 9% των κοριτσιών) επιδιώκουν να βρουν δουλειά σε διαφορετική κατηγορία από αυτή που θα επιθυμούσαν οι γονείς τους (με κατηγοριοποίηση της εργασίας σε ανώτερου επιπέδου, χειρωνακτική και μη χειρωνακτική).  Άλλες έρευνες παρουσιάζουν μεγάλα ποσοστά επαγγελματικής επιλογής που ταιριάζει με το επάγγελμα του πατέρα.  Αλλά και στις περιπτώσεις που οι νέοι δεν επιλέγουν το ίδιο επάγγελμα, οι έρευνες φανερώνουν μια σαφή προτίμηση σε επαγγέλματα που χαρακτηρίζονται από τις ίδιες αξίες ή μοιράζονται κοινές δραστηριότητες.  Η κληροδότηση του επαγγέλματος εμφανίζεται συχνότερα στις περιπτώσεις των οικογενειών που έχουν κάνει μεγάλες οικονομικές επενδύσεις στο επάγγελμα αυτό ή έχουν σημειώσει μεγάλη επιτυχία και κοινωνική αναγνώριση μέσα από αυτό.  Ομοίως, η τάση αυτή παρουσιάζεται και στις μικρές αγροτικές ή εργατικές κοινότητες (γεωργοί, κτηνοτρόφοι, ανθρακωρύχοι). 
 
Ο Carter το 1966 παρουσίασε την επιλογή του επαγγέλματος ως αποτέλεσμα
της επιρροής που ασκεί το οικογενειακό περιβάλλον, διακρίνοντας τρία είδη περιβάλλοντος που επηρεάζουν τις επιλογές των εφήβων:
 
1.  Το περιβάλλον που ως επίκεντρο έχει την οικογενειακή ζωή και το οποίο καλλιεργεί φιλοδοξίες για κοινωνική καταξίωση.  Το περιβάλλον αυτό υποδιαιρείται στα : α) παραδοσιακό – αξιοπρεπές και β) νεόπλουτο.  Σε αυτές τις κατηγορίες οικογενειακού περιβάλλοντος, οι γονείς, πολύ συχνά, θεωρούν πως οι επαγγελματικές αποφάσεις των παιδιών τους, τους αφορούν και παρεμβαίνουν άμεσα.  Άλλοι, αποφασίζουν για την «καταλληλότητα» του επαγγέλματος και στη συνέχεια το προωθούν ως ιδέα με έμμεσο τρόπο (συστάσεις, συμβουλές).  Πάντως, το πιο συχνό φαινόμενο σε αυτόν το τύπο περιβάλλοντος, είναι ότι οι γονείς οριοθετούν τα γενικά κριτήρια για την επιλογή του επαγγέλματος, τα οποία στη συνέχεια πρέπει να ενστερνιστούν τα παιδιά.
 
2.  Το περιβάλλον της εργατικής τάξης, στο οποίο τα παιδιά δεν έχουν μεγάλο περιθώριο επιλογής και προορίζονται για εργασίες παρόμοιες με εκείνες των γονιών τους.  Όλες οι δουλειές θεωρούνται ίδιες και δεν παίζει ρόλο ποια θα επιλέξει να κάνει το παιδί.
 
3.Το περιβάλλον των ανειδίκευτων και μη προνομιούχων στρωμάτων, στο οποίο δεν ενδιαφέρει τους γονείς τι δουλειά θα κάνουν τα παιδιά, αρκεί αυτά να φέρνουν κάποιο εισόδημα στην οικογένεια.
 
Ο Carter θεωρεί ότι η επιλογή και, κατ’επέκταση, η είσοδος σε κάποιο επάγγελμα είναι αποτέλεσμα «κατήχησης» που επιτυγχάνεται μέσα από την επαφή του εφήβου με την εργασία που κάνουν οι γονείς. 
Συχνά, πριν από την κρίσιμη απόφαση, οι γονείς συμβουλεύονται ειδικούς επαγγελματικού προσανατολισμού οι οποίοι - μέσα από τη χρήση ψυχομετρικών εργαλείων και τεστ - κάνουν μια προσπάθεια να αποτυπώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την επιλογή που μακροπρόθεσμα θα δικαιώσει το παιδί και θα κάνει σωστή χρήση των ταλέντων και δυνατοτήτων του.  Πόσο χρήσιμα ή έγκυρα είναι όμως αυτά τα εργαλεία;
 
Επειδή ο επαγγελματικός προσανατολισμός αποτελεί πεδίο εφαρμογής πολλών επιστημών (παιδαγωγικής, ψυχολογίας, οικονομίας, κοινωνιολογίας), είναι αρκετά δύσκολο για έναν επαγγελματία του χώρου να σταθεί σε μία μόνο από τις διαστάσεις του πεδίου αυτού.  Η επαγγελματική συμβουλευτική είναι πολυδιάστατη και αφορά σε μια διαδικασία προσωπικής ανάπτυξης ενός ατόμου, έτσι ώστε αυτό να καταστεί ικανό να μπορεί να επιλέξει μόνο του και με πλήρη επίγνωση των δυνατοτήτων του αλλά και των συνεπειών της απόφασής του, την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει στο επάγγελμα και κατ’επέκταση στην υπόλοιπη ζωή του (μια και οι επαγγελματικές επιλογές καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό όλη μας τη ζωή).  Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει πολυμορφία απόψεων σχετικά με τον ορισμό του επαγγελματικού προσανατολισμού, αλλά και σε σχέση με τους σκοπούς του.  Κάποιοι δίνουν προτεραιότητα στην ανθρώπινη προσωπικότητα και στη δυναμική της.  Αναφέρονται δηλαδή στο κατά πόσο το άτομο μπορεί να βρει εσωτερική πληρότητα μέσα από το επάγγελμα.  Άλλοι, δίνουν έμφαση στην εξασφάλιση της κοινωνικής ισορροπίας και την αρμονική κατανομή του εργατικού δυναμικού, ώστε να ικανοποιούνται οι κοινωνικο-οικονομικές ανάγκες σε προσωπικό.  Τέλος, άλλοι ακολουθούν μια μέση οδό.  Σε κάθε περίπτωση, υπερτερεί η άποψη ότι επίκεντρο του θεσμού αποτελεί το άτομο, αυτό όμως εξετάζεται σε σχέση με το κοινωνικο-οικονομικό πλαίσιο που το εμπεριέχει.  Πιο συγκεκριμένα, η επαγγελματική συμβουλευτική βοηθά τα άτομα:
•Να γνωρίσουν τον εαυτό τους, συνειδητοποιώντας τα ενδιαφέροντα, τις ικανότητες, τις αδυναμίες, αλλά και τις αξίες τους.
•Να γνωρίσουν το χώρο εκπαίδευσης και τις τάσεις στην αγορά εργασίας καθώς και τις εκπαιδευτικές-επαγγελματικές ευκαιρίες που προσφέρονται.
•Να αναπτύξουν δεξιότητες που θα τους βοηθήσουν στην εξεύρεση λύσεων και στην λήψη αποφάσεων.
•Να ενταχθούν ομαλά στο χώρο εργασίας.
•Να λάβουν ικανοποίηση μέσα από την επαγγελματική δραστηριότητα, αφού θα έχουν επιλέξει κάτι που θα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους.
 
Η επαγγελματική συμβουλευτική συμβάλλει στην αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού καθώς και στην αρμονική κατανομή του έργου, προλαμβάνοντας φαινόμενα υπερπροσφοράς ή ανεργίας. 
 
Και το μεγαλύτερο μέρος της παραπάνω δουλειάς, θα έπρεπε να γίνεται στο σχολείο.

The Care Economy Project: Αλλάζοντας την Οικονομία μέσα από Ανθρωποδίκτυα

Η φτώχεια είναι πολύ περισσότερο από μια λέξη.  
 
Είναι ένα κολλητικό σύνδρομο που προσβάλλει τις κοινωνίες οι οποίες εφαρμόζουν εργαστηριακές μεθόδους και οικονομικά μέτρα με προτεραιότητα τις αγορές και όχι τον άνθρωπο.  
 
Είναι μια διαδικασία με χαρακτηριστικά χιονοστιβάδας, που δεν οδηγεί μόνο σε υλικές απώλειες αλλά κυρίως στο χάσιμο ανθρώπινων πόρων και ψυχολογικών αποθεμάτων, των στοιχείων δηλαδή που κάτω από φυσιολογικές συνθήκες διατηρούν το λαό ενωμένο, δυνατό και ελεύθερο να δημιουργήσει.  Η προσωπική αξία εκμηδενίζεται, τα φυσικά και ανθρωπογενή αποθέματα λιγοστεύουν, συσσωρεύεται χρόνιος θυμός και ματαίωση: η αίσθηση ότι τίποτα δεν πρόκειται να βελτιωθεί όσο και να προσπαθεί κανείς.  
 
Έχουμε χάσει την ταυτότητά μας ως μέλη μιας ενωμένης κοινότητας, ως πολίτες και ως άνθρωποι με ικανότητες και όνειρα.  Αυτά δεν πρόκειται να μας επιστραφούν με ένα μαγικό ραβδάκι, μόνο με ένα μαγικό γύρισμα της νοοτροπίας.  
 
Μετά από επτά βαρβάτα χρόνια οικονομικής ύφεσης και πολλά άλλα φθίνουσας πορείας της οικονομίας, οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν την αναγκαιότητα χάραξης ενός αναπτυξιακού πλάνου που θα ορίζει με σαφείς προτάσεις ως προς τη διαχείρισή τους, τα προβλημάτων διαφορετικών πληθυσμιακών ομάδων - ιδιαίτερα εκείνων που έχουν χτυπηθεί ανελέητα από τις προηγούμενες πολιτικές τους επιλογές.
 
Σήμερα, συζητάμε για ένα οικονομικό σύστημα που θα έχει τη φροντίδα των τοπικών κοινοτήτων στον πυρήνα του και θα λειτουργεί εκπαιδευτικά και υποστηρικτικά προς τους πολίτες.  Προσανατολισμένο σε τέσσερις πυλώνες ανάπτυξης (αναδιάρθρωση του συστήματος υγείας και του κλάδου παροχής υπηρεσιών, ενσωμάτωση των ευπαθών κοινωνικών ομάδων, προστασία των οικογενειακών δομών, βιώσιμη ανάπτυξη) έχει ως επιμέρους στόχους:  
 
να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας με ταυτόχρονη εξοικείωση των νέων σε νέα αντικείμενα απασχόλησης, προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες, τις δεξιότητες και τα ταλέντα τους 
να χρησιμοποιηθούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ομάδων προς όφελος των τοπικών κοινωνιών (διαπολιτισμική εκπαίδευση και αγωγή) 
να προστατευτεί ο θεσμός της οικογένειας, μέσα από πρακτικές που διασφαλίζουν κοινωνική συνοχή και βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης -  η έννοια της οικογένειας διευρύνεται για να ενσωματώσει την ανάγκη της αδελφοποίησης των λαών, της αναγνώρισης της διαφορετικότητας και της εξασφάλισης σταθερού περιβάλλοντος ανάπτυξης
να ενισχυθούν περιφερειακές δομές για τη λήψη αποφάσεων μέσα από συμμετοχικές διαδικασίες
να προστατευτεί το περιβάλλον, να ενθαρρυνθεί η οικολογική διαχείριση των πλουτοπαραγωγικών πηγών, πράγμα που επιπλέον θα βοηθήσει την συγκράτηση του πληθυσμού στον τόπο καταγωγής του και θα αποσυμφορήσει τα αστικά κέντρα
να τονιστεί η σπουδαιότητα της δημιουργίας ευκαιριών για όλους και του σεβασμού των δικαιωμάτων ατόμων και ομάδων
 
Δεν μιλάμε για εναλλακτική μορφή διακυβέρνησης, αλλά για αλλαγές στο ρόλο των πολιτικών αρχηγών και των αυριανών ηγετών της Ευρώπης.  Το να καταφέρουμε να ανακτήσουμε σταδιακά τη χαμένη εμπιστοσύνη, είναι πολυτιμότερο οποιασδήποτε έξωθεν παρέμβασης.
 
Η γνωριμία με τις αδυναμίες μας και η προσπάθεια να γεφυρώσουμε το κενό που μας κρατάει μακριά τον έναν από τον άλλο, θα γίνει το εφαλτήριο για ουσιαστικές αλλαγές.  Ο τρόπος που ζούμε σήμερα - και όχι το οποιοδήποτε σχεδιαστικό πλάνο σε χαρτί που δεν μπορούμε να μεταφράσουμε σε κάτι χειροπιαστό - θα μας δώσει τη λύση για το πώς πρέπει να προχωρήσουμε στο μέλλον.  Μια νέα οικονομία συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης γεννιέται και οφείλουμε να πάρουμε θέση δίπλα της.
 
 

Ανήκω, άρα υπάρχω.

Tης Δέσποινας Λιμνιωτάκη.

 

Πριν κάποια χρόνια σ’ ένα ερημικό ξωκλήσι της Κρήτης, μια αράχνη ξεκινώντας από μια ανέγγιχτη γωνιά, έπλεξε έναν ιστό με τον οποίο σταδιακά κάλυψε όλη την οροφή.  Όταν κάποια στιγμή οι κάτοικοι του γειτονικού χωριού αντιλήφθηκαν αυτό το δημιούργημα, το θεώρησαν θεόσταλτο σημάδι κι αποφάσισαν να το τιμήσουν ανάλογα.  Το νέο γρήγορα διαδόθηκε από στόμα σε στόμα και σε άλλα χωριά και προτού περάσει πολύς καιρός το ερημικό ξωκλήσι είχε μετατραπεί σε τόπο λαϊκού προσκυνήματος.  Άνθρωποι έκαναν πολλά χιλιόμετρα προκειμένου να το επισκεφτούν και να λάβουν τη θεία φώτιση, πιστεύοντας και περιμένοντας ένα θαύμα, χωρίς ποτέ να μπουν στη διαδικασία να ρωτήσουν, να ψάξουν, να αμφισβητήσουν.  Αντίθετα, αφέθηκαν σε ένα ρεύμα, πίστεψαν εν λευκώ τα λεγόμενα του διπλανού τους ή απλώς ακολούθησαν τυφλά το ένστικτό τους, ψάχνοντας να γεμίσουν κάποιο κενό.  
 
Το σενάριο αυτό είναι τόσο παλιό, όσο και η ιστορία του ανθρώπινου είδους.  Η συνταγή έχει τα εξής συστατικά: μια ομάδα ανθρώπων, μια εσωτερική ανάγκη, ένα εξωτερικό ερέθισμα που ξυπνάει αυτή την ανάγκη και αφυπνίζει την ομάδα.  Έτσι αυτή αποκτά δική της προσωπικότητα, ορμά κόντρα στην ορθολογιστική σκέψη.  Αυτή η συνταγή εφαρμόζεται σε πολλές άλλες περιπτώσεις: στον αθλητισμό, για παράδειγμα, όπου οι οπαδοί μιας ποδοσφαιρικής ομάδας (φιλήσυχοι άνθρωποι που ξυπνάνε το πρωί και πάνε στη δουλειά, παλεύοντας για το μεροκάματο) μπορούν να φτάσουν σε απίστευτες ακρότητες παρασυρόμενοι από το λαϊκό αίσθημα.  Επιπλέον, είναι ορατή στην καθημερινότητά μας, όταν σχολιάζουμε τα άτομα που μας περιβάλλουν στο όνομα της κοινώς αποδεκτής συμπεριφοράς, όταν ασπαζόμαστε με κουτσομπολίστικη διάθεση μια άποψη, όταν σχηματίζουμε γνώμη για έναν άνθρωπο τα τριάντα πρώτα δευτερόλεπτα της γνωριμίας μας μαζί του.  Και πρόκειται για μια κλασική συνταγή, αφού αφορά όλους μας και έχει να κάνει με τον τρόπο που λειτουργεί το γνωστικό μας σύστημα, κι όχι με τις επιλογές μας.  
 
Ζούμε σε κοινότητες, ανήκουμε σε ομάδες, λειτουργούμε βάσει ομάδων πληροφοριών, και σε ανύποπτες στιγμές αφηνόμαστε υποτακτικά να μας παρασύρει η δύνη του πληθυσμού των ομάδων μας, δηλαδή το πλήθος, η μάζα.  Είναι ένα περίπλοκο και συνάμα απλό σύστημα που εξουσιάζει τις απόψεις μας, αφού διαπερνά το υποσυνείδητο προτού εκδηλωθεί στις καθημερινές μας συναναστροφές και πράξεις.  
 
Η ενεργή συμμετοχή σε ομάδες, μας δίνει την ευκαιρία να κατασκευάσουμε σχήματα του κόσμου γύρω μας και να τα χρησιμοποιήσουμε αργότερα για να επιβιώσουμε κοινωνικά.  Η αίσθηση της ατομικής ταυτότητας πηγάζει ακριβώς από αυτό.  Η αξία μας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την εικόνα που αποκτάμε για τον εαυτό μας, μέσα από τη σύγκριση με τα άτομα του συναφιού μας κι επιπλέον, διασφαλίζεται από τη συναναστροφή μας με αυτά.  Έτσι, γινόμαστε μέλη ομάδων με απώτερο σκοπό τις μέγιστες δυνατές απολαβές και το λιγότερο πιθανό ψυχικό κόστος.  Ως μεμονωμένα άτομα, είναι σχεδόν αδύνατο να καθορίσουμε την τιμή μας.  Οι πληροφορίες για τις ικανότητές και τις δεξιότητές μας πηγάζουν από την παρατήρηση, το ζύγισμα, την αποδοχή ή την απόρριψη των ικανοτήτων των άλλων.  Η σύγκριση με τους άλλους, γίνεται αξιολόγηση των άλλων και του εαυτού μας.  Τελικά, όσα πιο πολλά κοινά έχουμε με τα αντιπροσωπευτικότερα μέλη της ομάδας μας, τόσο περισσότερο μετράμε οι ίδιοι ως άτομα, κι από την άλλη μεριά, τίποτα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τη συγκατάθεση κάποιων άλλων (είμαστε έξυπνοι, όμορφοι, επιτυχημένοι ή επιθυμητοί, επειδή υπάρχουν οι άλλοι).
 
Μια και από τις πιο συνηθισμένες εμπειρίες κοινωνικής συμπεριφοράς είναι η περίπτωση στην οποία οι άνθρωποι υποτάσσονται στη στάση και τα θέλω μιας πλειοψηφίας, και αφομοιώνονται από αυτή.  Η ερμηνεία που δίνεται σε ένα τέτοιο φαινόμενο έχει να κάνει με την ανάγκη των ανθρώπων να εξαρτώνται από άλλους για πληροφορίες, η ανάγκη για αποδοχή από τους άλλους ή αλλιώς, ο φόβος της διαφορετικότητας και η επίτευξη στόχων που κάνουν απαραίτητη τη συμμετοχή σε μια ομάδα, μια και μέσα από αυτές, οι γνώσεις και η εμπειρία πολλών ανθρώπων μαζί «φτιάχνουν» μια δύναμη που ξεπερνάει αυτή του ενός μόνο ατόμου,  Τα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας αναλαμβάνουν ρόλους που ως μονάδες δεν θα μπορούσαν να είχαν αναλάβει, έχουν υπόσταση και λόγο, έχουν ως δικαιολογία τη σύμφωνη γνώμη των ομοϊδεατών τους γι’ αυτά που θέλουν ν’ αποτολμήσουν.  Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι, βαθύτεροι λόγοι για τους οποίους έχουμε ανάγκη την αφομοίωση, το να «αφεθούμε».  Οι ομαδικές διεργασίες λειτουργούν ως χωνευτήρι ασυνείδητων παρορμήσεων, τα μέλη των ομάδων βρίσκουν διέξοδο από τα αρχέγονα ένστικτά τους, αποφορτίζονται συναισθηματικά και διοχετεύουν την περίσσια γενετήσια, καταστροφική ορμή τους στη διεκδίκηση ευγενέστερων σκοπών.  Έτσι η αφομοίωση μπορεί εύκολα να διεγείρει τα πνεύματα και να οδηγήσει σε εξέγερση (όταν εξεγείρομαι, δεν το κάνω ποτέ για μένα, αλλά για χάρη της ομάδας μου.  Αν εξεγερθώ από μόνος μου είμαι επαναστάτης ή παρανοϊκός, ενίοτε και τα δύο, και τέλος πάντων αμφιλεγόμενη προσωπικότητα).  
 
Όλα τα βάρβαρα αισθήματα καλύπτονται και αμβλύνονται από τους κανόνες και τους νόμους των ομάδων στις οποίες ανήκουμε.  Αυτές τα οργανώνουν σε ένα κατανοητό, συνεχές σύνολο που μας προφυλάσσει από τη συνειδητοποίηση της ευμετάβλητης φύσης μας (όχι πάντα με επιτυχία, γι’αυτό και εύκολα τα μέλη μιας ομάδας επαναστατούν, σπάνε το συμβόλαιο, καταστρέφουν).  Ακόμα κι έτσι όμως αποδεικνύεται η υπαρξιακή «χρησιμότητα» των κοινωνικών ομάδων, μια και από μόνοι τους οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν ούτε στο ελάχιστο να έχουν τις υλικές και ηθικές απολαβές που προσφέρει η συμμετοχή.
 
Πώς θα μπορούσαμε να επέμβουμε σε όλο αυτό, να πάψουμε να είμαστε βιολογικά έρμαια σε ένα στημένο παιχνίδι;  Ως επί το πλείστον δεν μπορούμε.  Ο Φρόυντ λέει πως «η ψυχολογία της μάζας είναι η παλαιότατη ψυχολογία του ανθρώπου» και η μάζα είναι το σύνολο που μας εμπεριέχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.  Μήπως όμως τελικά αυτό είναι προτιμότερο;  Μια ματιά στους λιγότερο τυχερούς που τριγυρνούν ανάμεσά μας, στους οποίους μια κατάρρευση του συστήματος αυτού και των λειτουργιών του έχει επιφέρει τη διαταραχή, την ψυχοκοινωνική διάλυση, την αυτιστική συμπεριφορά, την περιπλάνηση, είναι ικανή να μας πείσει ότι χρειαζόμαστε τις «θυρίδες» στο μυαλό μας προκειμένου να συνεχίσουμε να αποθηκεύουμε πληροφορίες, χρειαζόμαστε τις ομάδες και τα στερεότυπα που απορρέουν από αυτές, τις λανθασμένες μας κρίσεις, τα νευρικά ξεσπάσματα που και που, τα «ψηλά βουνά και τις βαθιές χαράδρες» ως αντίδοτο της παράνοιας.  Χρειάζεται να ανήκουμε κάπου για να μπορέσουμε να υπάρξουμε.  
 

Ο θαυμαστός κόσμος της αξιολόγησης.

Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη.
 
Από τη γενιά της λοβιτούρας, του ρουσφετιού και της κατάχρησης, μεταφερθήκαμε σαν την Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων στον καταπληκτικό κόσμο της κριτικής (και της επικριτικής) θεώρησης των πάντων: όλα περνάνε από κόσκινο, όχι μόνο τα έργα και οι ημέρες του δημόσιου τομέα (που καλά κάνουν και περνάνε), αλλά πολύ περισσότερο οι ζωές και οι επιλογές μας. Μία είναι η λέξη-κλειδί της εποχής: αξιολόγηση.
 
Στη χώρα που έζησε δεκαετίες αναξιοκρατίας, κατά τη διάρκεια των οποίων η δεξιά χειρ δεν είχε ιδέα τι στην ευχή κάνει η αριστερή ή ποιο είναι το αντικείμενο εργασίας της, ξαφνικά πρέπει να αρχίσει το ξεχορτάριασμα. Αυτό θα ήταν ένα ιδανικό σενάριο, αν ξεκινούσε από τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους που μας βάζουν τα τεστ. Τη στιγμή που ο αξιολογητής έχει διοριστεί από το ανφαντ γκατέ της διαπλοκής με σκοπό να επιλέξει τους ομοϊδεάτες του, είναι κομματάκι δύσκολο να τσιμπήσεις μπροστά στα επιχειρήματά του για εξυγίανση.
 
Αυτά θυμήθηκα διαβάζοντας τις ενστάσεις και διαμαρτυρίες των εκπαιδευτικών μπροστά σε πιθανή αξιολόγησή τους, αλλά και τον τρόπο διορισμού προσωπικού στη νεόδμητη δημόσια τηλεόραση. Καθώς μεγαλώνω ηλικιακά και νοιώθω την ανάσα του μαυροφορεμένου καβαλάρη καυτή στο σβέρκο μου, τα πράγματα βαραίνουν μέσα μου διαφορετικά. Όταν ήμασταν μικροί τα δίναμε όλα για το πτυχίο και θαυμάζαμε τους σπουδαγμένους. Σήμερα με απασχολεί σοβαρά η ανοιχτομυαλιά. Πρέπει να σας ομολογήσω ότι έχω την εκπαίδευση ως διαδικασία περί πολλού, αλλά πρόσφατα συζητούσα με έναν καλό φίλο - καλλιτέχνη στο επάγγελμα - ο οποίος μου έλεγε ότι οι εκπαιδευτικοί συρρέουν κατά δεκάδες στα σεμινάριά του προκειμένου να συλλέξουν πιστοποιητικά: τίποτα σοβαρό, τους είναι απλώς απαραίτητα σε περίπτωση εσωτερικής  βαθμολογίας. Όχι δηλαδή ότι όλοι είναι τόσο φιλομαθείς ή τους έπιασε ο πόνος της δια βίου μάθησης, αλλά πρέπει να φτιάξουν ένα καλό «μπουκ» για να γλυτώσουν τη χαντζάρα. Ναι, έτσι μου το αποκάλεσε, η λέξη νομίζω χρησιμοποιείται στο χώρο της μόδας για τα φωτομοντέλα και άλλους αρτίστες της εικόνας. Περιττό να σας πω ότι αυτή η διαδικασία είναι έτη φωτός μακριά τόσο από την προσωπική καλλιέργεια, όσο και από την αποτίμηση αυτής.
 
Σε ένα σύστημα που σκέφτεται να εισάγει περισσότερες διακοπές στο σχολικό έτος, που επιβραβεύει τη υποτέλεια στο δάσκαλο και δεν ξεμυτά από την προδιαγεγραμμένη ύλη, που αναρωτιέται πώς θα καλύψει τα κενά στους εργαζόμενους εν μέσω ανεργίας και έχει καταργήσει το καλλιτεχνικό προσωπικό, ξεκινάμε τη μεταρρύθμιση από τις περγαμηνές. Είναι ωραίο να είσαι προσοντούχος, αλλά ακόμα ωραιότερο να έχεις ανεβασμένα ρολά. Δεν επικροτώ τον ανταρτοπόλεμο απέναντι σε ένα μέτρο που οπωσδήποτε θα ανακατέψει τη σαλάτα με τρόπο ώστε να αναδυθούν τα αρώματά της, αλλά ούτε πιστεύω ότι θα γίνει τίποτα σοβαρό όσο στους αγιασμούς οι διευθυντάδες 
επιτρέπουν και κρυφοεπικροτούν την κομματική προπαγάνδα. Η αξιολόγηση τότε γίνεται ένα πρόσχημα για να επικρατήσουν οι άρπαγες και οι δικτυωμένοι.
 
Η αξιολόγηση είναι το συκώτι του συστήματος – απολύτως αναγκαίο για την απομάκρυνση των τοξικών ουσιών και την ανανέωση του αίματος. Όταν όμως ο κόσμος θα αποβάλλει από μέσα του την οικειότητα που νοιώθει με τη νοοτροπία της λούφα και παραλλαγής, τότε θα έχουμε βάλει το σωστό λιθαράκι για την κάθαρση. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιλογή νέων, αυτοδημιούργητων ανθρώπων που έχουν τις ικανότητες και την οξυδέρκεια να επαναπροσδιορίσουν τη χαμένη ερμηνεία των λέξεων. Οτιδήποτε κατώτερο, θα επιτρέπει για πάντα στους επιτήδειους να μας χειραγωγούν με καρότο και μαστίγιο.
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr