Menu

 

logoidea

Δέσποινα Λιμνιωτάκη

Δέσποινα Λιμνιωτάκη

Ζω και εργάζομαι στο Ηράκλειο Κρήτης.   Σπούδασα Παιδαγωγικά και Ψυχολογία και έκανα μεταπτυχιακή ειδίκευση στις διεργασίες, την πρόληψη και τη θεραπεία προβλημάτων που αφορούν σε ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες.  ‘Εχω κάνει έρευνα πάνω στον υπαρξιακό φόβο και τη στάση που κρατούν οι άνθρωποι απέναντι σε επικείμενο θάνατο, όπως εφαρμόζονται στη διεργασία πένθους.
 
Το πρώτο μου βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίτανος, με τον τίτλο: "Ζήτημα Ζωής και Θανάτου - ο φόβος του θανάτου, η διεργασία πένθους και το κυνήγι της ευτυχίας στην καθημερινή ζωή".  
 
‘Εχω κάνει και πέντε-έξι άλλα πράγματα, αλλά το γεγονός ότι λατρεύω να γράφω και να διαβάζω είναι η κεντρική ιδέα που θα ήθελα να θυμούνται οι φίλοι.
 

Ο βοσκός με τη Φεράρι. Tης Δέσποινας Λιμνιωτάκη

Τις προάλλες άκουσα από την τηλεόραση ότι τα ποσοστά εγκατάλειψης του σχολείου σε μικρές ηλικίες (πριν δηλαδή καν τα παιδιά τελειώσουν το Γυμνάσιο) έχει πάρει και πάλι ανησυχητικές διαστάσεις σε κάποιες επαρχίες της Κρήτης.  Συγκεκριμένα, η δημοσιογράφος έλεγε πως σε μια περιοχή είχαν καταγραφεί 90 περιστατικά εγκατάλειψης, αριθμός που ισοδυναμεί με μια μικρή κοινότητα, αν λάβεις υπόψη σου ότι το δικό μου χωριό έχει μόλις πέντε κατοίκους.  Για λόγους προστασίας και αποφυγής στοχοποίησης των περιοχών, δεν θα αναφέρω ονόματα.  Ωστόσο είναι εύκολο να βρει κανείς τα ποσοστά, διαβάζοντας την ανάλυση στοιχείων από την τελευταία απογραφή του πληθυσμού.  

Το θέμα της πρόωρης εγκατάλειψης του σχολείου δεν είναι απλό και σηκώνει κοινωνιολογική μελέτη.  Στην εποχή μας, η εγκατάλειψη μπορεί εύκολα να πάρει διαστάσεις μάστιγας και να πλήξει τον τοπικό πληθυσμό σε βαθμό που οι επιπτώσεις να είναι μη αναστρέψιμες για πολλές διαδοχικές γενιές.  Η εγκατάλειψη συντηρεί τον αναλφαβητισμό και την απομάκρυνση από ένα γενικότερο πλαίσιο ανάπτυξης, βασισμένο στην αξιοποίηση της γνώσης, της ενημέρωσης και της πληροφόρησης πάνω σε θέματα που θα βοηθήσουν την κοινότητα να προχωρήσει κοιτώντας το μέλλον με ασφάλεια και σιγουριά.  Συνδέεται με ένα είδος “αυτιστικής” συμπεριφοράς ή ενός κλειστού κυκλώματος που αντιστέκεται στις αλλαγές.  'Ερευνες δείχνουν ότι τέτοιες κοινότητες είναι επιρρεπείς σε συναισθηματικές δυσκολίες και κατάθλιψη, ενώ σημειώνονται κρούσματα ενδοοικογενειακής βίας, ατυχημάτων και ασθενειών που μειώνουν το προσδόκιμο ζωής (σχετίζονται με συγκεκριμένο λάιφσταιλ, κατανάλωση ουσιών και χρήση όπλων).  Επιπλέον, έχουμε γάμους σε μικρές ηλικίες ή πριν την ενηλικίωση (16+) και δημιουργία νέων πολυμελών οικογενειών που όμως είναι περισσότερο πιθανό να ακολουθήσουν τους ίδιους κύκλους, να δυσκολεύονται να επιβιώσουν και να οδηγούνται σε περαιτέρω προβλήματα.

'Ενας είναι ο σημαντικότερος λόγος εγκατάλειψης του σχολείου: η βοήθεια στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, τα “έξτρα χέρια” που χρειάζεται συνήθως ο πατέρας.  'Η η αναζήτηση απασχόλησης στον τουριστικό τομέα, σε θέσεις που δεν χρειάζονται εξειδικευμένο προσωπικό, αντιθέτως έχουν εργοδότες που επιζητούν την πρόσληψη εργατικού δυναμικού χωρίς απαιτήσεις για να κάνει χειρωνακτικές δουλειές, όπως τη συντήρηση, τον καθαρισμό, το σερβιρισμα κ.λ.π  Πράγματι, οι αναπτυγμένες τουριστικά περιοχές συγκεντρώνουν σημαντικότατα ποσοστά μαθητικής διαρροής από την υποχρεωτική εκπαίδευση.  Αυτό συνέβαινε πάντα, πριν και κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και δεν το προκάλεσε κανένα μνημόνιο.  Είναι ένα κράμα νοοτροπίας, παράδοσης και κακομαθησιάς. 

Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.

Καταλαβαίνετε βέβαια ότι μπορεί να μιλάμε για ενίσχυση νέων αγροτών, για αγροτική επιχειρηματικότητα ή για κίνητρα, αλλά το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων που ασχολούνται με τη γη και τα ζώα, είναι άνθρωποι που βάζουν το κεφάλι στη γη σαν τους Ινδιάνους για να καταλάβουν πότε θα φτάσει η επόμενη καταιγίδα έτσι ώστε να προφυλαχθούν έγκαιρα: είναι δηλαδή “πρακτικοί”.  Είναι πολύ καλοί στο χωράφι και στη στάνη τους, εξαιρετικοί τυροκόμοι και ελαιοπαραγωγοί για μικρές σοδειές, αλλά μέχρι εκεί.  Δεν έχουν τις γνώσεις και δεν μπορούν να τις αποκτήσουν όσο επιμένουν να βγάζουν τα αγόρια τους από το σχολείο στην ηλικία των 15 ετών για να τους βοηθήσουν στη βοσκή των προβάτων και να παντρεύουν τα κορίτσια τους με αυτόν που θα τα πρωτοκοιτάξει (γαμπρός ή μακαρίτης).  Πέρασαν χρόνια ατέλειωτα με τις επιδοτήσεις και τα “πανωγραψίματα”: νια ήμουν και γέρασα να βλέπω βοσκούς να πηγαίνουν στη δουλειά με τη Φεράρι και υπουργούς να τους προτρέπουν (φανερότατα) να δηλώνουν περισσότερα από όσα είχαν στην κατοχή τους για να παίρνουν τα τζάμπα λεφτά της ΕΕ (άτιμη Μέρκελ) και να τα κάνουν φυσικλίκια.  'Οσο δε μερικοί αρχηγοί ονειρεύονται πανεπιστήμια λαδιού, εμείς βάζουμε τους αλλοδαπούς να μαζεύουν τις ελιές από το χωράφι, επειδή οι νέοι μας ενισχύουν τους άλλους επιχειρηματίες, τους καφετζήδες της πλατείας. 

Ποιοι θα πάνε πάλι να σπουδάσουν;  Εγώ κι εσύ που τα έχουμε κορνιζαρισμένα στον τοίχο και σκονίζονται; 

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε όλοι (όσοι τουλάχιστον επιθυμούμε τη σωτηρία της χώρας) ότι παρόλο που σήμερα το να κατέχεις μια θέση χωρίς να έχεις τα απαραίτητα προσόντα, τη γνώση ή την εξειδίκευση γι'αυτή (όπως αποδεικνύονται από τα πτυχία και τις περγαμηνές) είναι από ανήθικο και παράνομο έως επικίνδυνο, αλλά έχει ζήτηση.  Πάντα είχε.  Και το σάπιο πολιτικό σύστημα “πάτησε” ακριβώς πάνω σε αυτή τη ζήτηση προκειμένου να αποκτήσει πελάτες και εξαρτημένους από κόμματα.  Πολλά ξενοδοχεία, μπαρ και ταβέρνες προσλαμβάνουν αποκλειστικά και μόνο τέτοιο κόσμο: ελάχιστες γνώσεις, καμία απάιτηση και άρα καμία φιλοδοξία.  Πώς θα φτιάξεις τη γενιά της καινοτομίας, των εξαγωγών, του οράματος όταν ο νους  ενός πολύ σημαντικού αριθμού ανθρώπων είναι στο να διατηρήσουν το δικό τους σκληροπυρηνικό καθεστώς κατοχής και επιβολής μέσω της αμάθειας και των συγκρούσεων (πολλές περιοχές της Κρήτης είναι άβατο);  Πώς εκπαιδεύεις αυτό τον κόσμο να σκέφτεται διαφορετικά, όταν θέλεις να εκλεγείς στην Ελληνική Βουλή;  Απλούστατο, διορίζεις όσους αγροτοκαουμπόυδες μπορείς δεξιά-αριστερά και κυβερνάς το σύμπαν.  Διάβασα ότι χρειάστηκαν 9,000 ευρώ για να αγοραστούν τα πρωτοχρονιάτικα φλουριά των ημετέρων της ΠΑΣΕΓΕΣ και χαμογέλασα γνωρίζοντας πόσο σημαντικό είναι σε αρκετές περιοχές να μοιράζεις χρυσές λίρες και μοσχαροκεφαλές επί πίνακι: μετατρέπεσαι αυτομάτως σε Θεό, ήλιο καλοκαιρινό.  Στις εκλογές υπάρχουν ολόκληρα σόγια που “κρατάνε” την εξουσία στα χέρια τους.  Λένε “έχω 2,000 ψήφους έτοιμες, τι μου δίνεις;”

Κατά τα άλλα τι νέα, η κουμπάρα καλά;

'Οσες success stories νέων επιχειρηματιών και μικροεξαγωγέων έχω διαβάσει, είναι όλοι τους αστοί.  'Ενα βράδυ βγήκε ένας πραγματικός εξαγωγέας στην τηλεόραση και ωρύονταν: “ξέρετε τι σκληρή δουλειά θέλει η εξαγωγή;  Τι αγώνα, τι κόπο, τι τρέξιμο;  Το κάνετε να φαίνεται σαν να είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου, σαν να μπορούμε να αρχίσουμε αύριο αλλά δεν το κάνουμε – ε λοιπόν όχι, θέλει προετοιμασία, γνώσεις, εκπαίδευση, να τραβήξεις κουπί!”

Τον πιστεύω.  Γι'αυτό σας λέω, το πρόβλημα είναι σύνθετο.

Εύχομαι τουλάχιστον να ξεκινήσουμε από κάπου.  Όπως ο δάσκαλος του Φουρφουρά που προσάρμοσε το σχολείο στο περιβάλλον που συνάντησε όταν πρωτοπήγε και, όχι απλώς κράτησε τα παιδιά του, αλλά δημιούργησε μια πρότυπη εκπαιδευτική μονάδα.  Αν πιστεύω κάπου είναι σε αυτό: άσε τα λόγια και ξεκίνα δουλειά.

Α, και δεν θα σε σώσει κανείς.

Το άγχος του θανάτου και η θρησκεία. Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη

Το ένστικτο επιβίωσης είναι σύμφυτο σε όλα τα έμψυχα όντα.  Ο άνθρωπος όμως, είναι το μόνο πλάσμα που βιώνει το υπαρξιακό άγχος, επειδή γνωρίζει πως θα πεθάνει.  Στις πρωτόγονες κοινωνίες, το άγχος βοηθούσε τους ανθρώπους να πάρουν μέτρα ενάντια στους κινδύνους που παραμόνευαν.  Ο Φρόυντ πίστευε πως το άγχος λειτουργούσε ως ένα προειδοποιητικό καμπανάκι για παρακείμενο κίνδυνο και ο Δαρβίνος αναγνώρισε πως αρκετά είδη ζώων επεβίωσαν εξελικτικά επειδή μπορούσαν να διαισθανθούν το κακό και να προφυλαχθούν εγκαίρως.  Ωστόσο, η εξέλιξη έφερε τους ανθρώπους ακόμα πιο κοντά στη συνειδητοποίηση του πεπερασμένου της ύπαρξής τους και - σε συνδυασμό με την ανησυχία για τις καθημερινές δυσκολίες της ζωής - δημιούργησε αδιέξοδο: σε αντίθεση με τα άλλα ζώα, ο άνθρωπος βούλιαξε στην απόγνωση και το χάος.  Έγινε δηλαδή ένα «υπεραγχώδες ζώο το οποίο διαρκώς εφευρίσκει αιτίες για να αγχώνεται ακόμα και όταν αυτές δεν υπάρχουν».  
 
Η άρνηση της βεβαιότητας του θανάτου διαφαίνεται στην προσπάθεια των ανθρώπων να χειριστούν τις ζωές τους και τα υπάρχοντά τους.  Ο αγχωμένος άνθρωπος τακτοποιεί τα πράγματα σε κατηγορίες, κάνει σχέδια, κινείται διαρκώς σε μια προσπάθεια να βγάλει το θάνατο από το μυαλό του: ταξιδεύει, εργάζεται και διασκεδάζει ξέφρενα.  Την ίδια στιγμή ψάχνει τρόπους να προαχθεί της ταπεινότητάς του και να «διασφαλίσει» το σινάφι του: κάνει παιδιά, τους δίνει τα ονόματα των προγόνων του, ερωτεύεται, μορφώνεται, σπουδάζει, καταναλώνεται σε τελετές και ιεροτελεστίες σε μια προσπάθεια να «ενωθεί» με το σύμπαν, με το θείο, με το αιώνιο.  Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας αυτοσυντήρησης είναι η δημιουργία και η εξέλιξη του πολιτισμού μας.  Καμιά όμως πράξη δεν είναι ικανή να ξεριζώσει το φόβο του θανάτου από την ψυχή του.  Εξαναγκάζοντας τον εαυτό του στη λήθη, καταφέρνει στην ουσία να ενισχύει αυτό τον φόβο υποσυνείδητα.  Η αποφυγή του θέματος του θανάτου από τις καθημερινές συζητήσεις των ανθρώπων είναι η μεγαλύτερη απόδειξη του τρόμου που αυτό το θέμα προκαλεί.  Παρόλο που ο επιστημονικός πειραματισμός κατόρθωσε να μεταφράσει τον γενετικό κώδικα και να ξεδιπλώσει τα μυστήρια της ανάπτυξης και της εξέλιξης εξασφαλίζοντας ποιότητα ζωής και μακροβιότητα, τα σύγχρονα πορίσματα ερευνών μάλλον έκαναν τη μυστικοπάθεια μόδα, επειδή κατάφεραν να παρατείνουν το μύθο του αφανισμού και της ανυπαρξίας με αποτέλεσμα να ενισχύσουν τις ψευδαισθήσεις μας.  Πράγματι, νομίζουμε πως βρισκόμαστε πολύ πιο κοντά στην αιώνια ζωή.
 
Οι εμπειρικές έρευνες παρουσιάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο πολιτισμός μας κατόρθωσε σταδιακά να μας οπλίσει με έναν μηχανισμό εξουδετέρωσης των μακάβριων σκέψεων που προκαλούν τη φρίκη για τον θάνατο.  Όμως δεν υπήρξε ποτέ απόλυτα δυνατός από μόνος του στο να μας διασφαλίσει από την αγωνία.  Σε αυτό το σημείο, η θρησκεία με όλες τις παραλλαγές της, προέκυψε ως το σύστημα που θα μπορούσε να ανακουφίσει τον άνθρωπο από το υπαρξιακό άγχος, αφού κατάφερε να εκλογικεύσει τις υπερφυσικές απορίες που τον βασάνιζαν: η θεολογική σκέψη βρίσκεται στη βάση ενός πολιτισμού που επιβεβαιώνει την αθανασία.  Πολλές θρησκευτικές ομάδες υπόσχονται μετά θάνατο ζωή σ’εκείνους που θα συναινέσουν σε ένα δόγμα και θα οργανώσουν τις ζωές τους σε σχέση με τις αρχές αυτού του δόγματος.  
 
Ο Φρόιντ παραλλήλισε την ψυχολογική σχέση με το Θεό με την πρώτη συναισθηματική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο βρέφος και τη μητέρα.  O Bowlby πίστευε πως η διαδικασία της παραμονής ενός βρέφους δίπλα σε μια τροφό η οποία ικανοποιεί τις βασικές ψυχοσωματικές ανάγκες του, οδηγεί σταδιακά στην ενίσχυση του ψυχικού δεσμού που συνδέει τα δύο πρόσωπα και οδηγεί στο χτίσιμο της συναισθηματικής σταθερότητας του βρέφους.  Αυτή η πρώτη σχέση γίνεται το πρότυπο με βάση το οποίο διαμορφώνονται όλες οι κατοπινές διαπροσωπικές σχέσεις του ατόμου.  Εάν αυτή η σχέση παρουσιάσει προβλήματα, τότε η προσωπικότητα του μετέπειτα ενήλικα θα αντανακλά την ανασφάλεια μιας διαδικασίας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.   
 
Ο Φρόιντ προχώρησε αυτή τη θεωρία λίγο παραπέρα, υποστηρίζοντας πως η θρησκεία συνέδεσε την επιθυμία για αιώνια ζωή με την ιδέα μιας υπερφυσικής, ανθρωπόμορφης υπόστασης, η οποία προβάλλεται στη συνείδηση του ανθρώπου ως άλλος πατέρας (τροφός) που θα σώσει τα παιδιά του από την κοσμική ταραχή.  Αυτός ο πατέρας που έχει ανοιχτή αγκαλιά για όλα του τα παιδιά, βοηθά στην αποκατάσταση της χαμένης εμπιστοσύνης των ανθρώπων προς τους φυσικούς τους γονείς, εμπιστοσύνης που χάθηκε στην παιδική ηλικία (ελλιπής προσκόλληση και άρα ανασφαλές μεγάλωμα).  Υπό την προστασία του πατρικού σχήματος, οι άνθρωποι παίρνουν κουράγιο και δύναμη για να τα βγάλουν πέρα στην ζωή.  Κατ’επέκταση, οι θρησκευτικές ομάδες αντιμετωπίζουν τους οπαδούς τους ως ισότιμα μέλη μιας ευρύτερης οικογένειας.  Αποτελούν από μόνες τους μικρές κοινότητες, μέσα από τις οποίες οι άνθρωποι ενισχύουν την αυτοεικόνα τους και τυγχάνουν αποδοχής χωρίς να χρειάζεται να προσπαθήσουν πολύ ως αυτόφωτες προσωπικότητες– φτάνει μόνο να πιστεύουν.  Με αυτό τον τρόπο οι θρησκευτικές ομάδες κατορθώνουν να διατηρούν τις ισορροπίες ανάμεσα στην παράφορη ζωή και τον τρόμο που προκαλεί ο επικείμενος θάνατος.  Το μυστικό βρίσκεται στην προώθηση της ιδέας της «συμβολικής αθανασίας», μιας εναλλακτικής σκοπιάς από την οποία μπορεί κανείς να «δει» το μέλλον του με μεγαλύτερη σιγουριά, ως ένα άλλο επίπεδο συνείδησης που δεν έχει βιολογκούς περιορισμούς, αλλά προϋποθέτει την πνευματική και ηθικοκοινωνική υπέρβαση.  Πολύ συχνά, το συναντάμε και στην πολιτική, στις συμπεριφορές και την τυφλή υποταγή των οπαδών σε κάποιο κόμμα.
 
Ο Κιρκέγκωρ έλεγε πως «οι θρησκείες, είναι ταξιδιωτικά πρακτορεία που μας υπόσχονται ένα εξασφαλισμένο ταξίδι στον ουρανό, αλλά κανείς δεν επέστρεψε ποτέ από εκεί για να μας πει αν έμεινε ικανοποιημένος από τη διαδρομή και τη διαμονή».
 
Αυτό που κατάφεραν να κάνουν τα θρησκευτικά κινήματα, είναι να δημιουργήσουν μια παρωδία της πραγματικότητας, όπου το άτομο προωθείται στον ηρωισμό.  Έτσι, τα θρησκευτικά κινήματα ανακυκλώνουν ένα είδος νεύρωσης, αφού το δώρο του συμβολισμού που αυτά προσφέρουν – ένα δώρο που υποτίθεται πως θα απελευθέρωνε τους ανθρώπους από τις ανησυχίες της εύθραυστης φύσης τους – στην πραγματικότητα, τους υποδουλώνει σε ένα δούναι και λαβείν που δεν εξαλείφει το άγχος αλλά ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και, συχνά, το μίσος.  Σταδιακά, οι μοντέρνες κοινωνίες έβαλαν τέλος στην επιλογή και μεταμόρφωσαν τον άνθρωπο σε εξάρτημα μηχανής.  Μαζί με τον πολιτισμό, η θρησκεία παραδίδει μαθήματα στους ανθρώπους σχετικά με την ερμηνεία του κόσμου, μαθήματα που τους βοηθούν μεν να συνεχίσουν να επιβιώνουν, αλλά που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.  Επιπλέον, η μετάβαση από το αδιέξοδο των πρώτων χρόνων ζωής στη θρησκευτική εξάρτηση της ενηλικίωσης, πραγματοποιήθηκε με τρόπο που ο Jung αποκαλεί υβριστικό, επειδή χάρισε στους ανθρώπους την ψευδαίσθηση αλλά όχι τη δύναμη της ανεξαρτησίας και της ελεύθερης βούλησης.
 
Οι μη-δυτικού τύπου πολιτισμοί έχουν διατηρήσει το αρχικό φιλοσοφικό σενάριο που συνδέει τις θρησκείες με τον μύθο από τον οποίο ξεπήδησαν, σύμφωνα με το οποίο ο θάνατος δεν θεωρείται το απόλυτο τέλος της ύπαρξης, αλλά ποικίλλει ως συμβάν, από πέρασμα σε μια ανώτερη συνειδητότητα, μέχρι ανεύρεση ενός άλλου κόσμου, ενός είδους παράδεισου για τους εκλεκτούς.  Σε κάθε περίπτωση, ο θάνατος δεν είναι το τέρμα αλλά μάλλον μια μετάβαση, μια γέφυρα για ένα περαιτέρω στάδιο.  Για τους Ινδουιστές, ο έκλυτος βίος, η γεμάτη πάθη ζωή, δεν είναι παρά μια φυλακή, μια απομάκρυνση από την αληθινή μας φύση, μια ενεργειακή σπατάλη που μετασχηματίζεται σε αρρώστια και, σταδιακά, μας ροκανίζει εκ των έσω.  Αντίθετα, ο θάνατος έρχεται ως πνευματική απελευθέρωση να μας αφυπνίσει και να μας απελευθερώσει από τη σαρκική υποδούλωση.  
 
Οι πολιτισμοί στους οποίους η μετενσάρκωση παίζει σημαντικό ρόλο, βλέπουν το θάνατο ως πιο σημαντικό από τη ζωή όπως τη γνωρίζουμε μέσα από αυτό το σώμα που κουβαλάμε.  Γι’αυτούς, ο πόνος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της βιολογικής μας εξέλιξης.  Όλα στη ζωή, είναι πόνος.  Ο στόχος είναι η πνευματική εξύψωση σε ένα επίπεδο που θα παραμένει ανεπηρέαστο από τους πειρασμούς της καθημερινότητας και δεν θα κρατάει το άτομο φυλακισμένο στην αλληλουχία ζωής-θανάτου.  Ο θάνατος είναι ένα είδος «προαγωγής» και το άτομο που θα καταφέρει να σπάσει τα δεσμά της σάρκινης φυλακής του, θα έχει μια θέση στο σύνολο των θεοτήτων ή των μεγάλων ανδρών (βλέπε αποστολές αυτοκτονίας).  
 
Οι δυτικού τύπου πολιτισμοί διαχωρίζουν το γήρας και το θάνατο από τα υπόλοιπα στάδια της ζωής ενός ανθρώπου, παρουσιάζοντάς τα ως θλιβερές επιπτώσεις της ανικανότητάς μας να ελέγξουμε τη φύση και να σταματήσουμε (με τεχνητά μέσα) τη φθορά.  Ο ορθολογιστής επιστήμονας, βλέπει την πίστη στη μετά-θάνατο ζωή ως μια προσωπική αδυναμία του ανθρώπου να ξεπεράσει τους πρωτόγονους φόβους του.  Ο ίδιος ο κλάδος των ψυχολόγων  ρίχνει περισσότερο βάρος στη θεραπεία του φόβου του θανάτου και προσθέτει ένα λιθαράκι στο συνολικό «κίνημα» υπέρ της υγείας και της μακροβιότητας, εις βάρος της πραγματικής αποδοχής του θανάτου ως μέρους της ζωής.  Ο Νίτσε έφτασε να ονομάζει το φόβο του θανάτου μια «Ευρωπαϊκή νόσο» οφειλόμενη σε μεγάλο ποσοστό στην επιρροή του Χριστιανισμού στο σύγχρονο τρόπο σκέψης.
 
 
* Η Δέσποινα Λιμνιωτάκη είναι Ψυχολόγος με ειδίκευση στη διεργασία πένθους.

Από που πάνε για την επανάσταση;Tης Δέσποινας Λιμνιωτάκη.

Αν υποθέσουμε ότι ένα άλιεν προσγειωνόταν κατευθείαν στην εγχώρια πολιτική πραγματικότητα από το πουθενά (κάθε ομοιότητα με πραγματικά γεγονότα είναι  τυχαία), τότε τι θα είχε να καταγράψει για την ποιότητα του φιλελευθερισμού από αυτούς που διατείνονται ότι είναι οι κυριότεροι εκφραστές του, σήμερα;

Αν δεν κυκλοφορούσαν τα στερεότυπα σχετικά με τους φιλελεύθερους, τότε από που θα ακούγαμε και θα παίρναμε πρώτες πληροφορίες - έστω και παραποιημένες - για τον φιλελευθερισμό στην Ελλάδα;  Από τα γκρουπ στο facebook;

Κατά μία έννοια, θα πρεπε να ευχαριστήσουμε τους κομμουνιστοσυμμορίτες που λειτουργούν ως σπόνσορες του brand, με το να δημιουργούν καταστάσεις προβληματισμού γύρω από τον φιλελευθερισμό στην προσπάθειά τους να αφανίσουν από τον πολιτικό χάρτη συγκεκριμένα πρόσωπα (όχι τη θεωρία την ίδια, αυτή τους είναι χρήσιμη για να προβάλλουν τον εαυτό τους κόντρα).

Ο φιλελευθερισμός στην Ελλάδα με όλα του τα παρακλάδια - τα οποία πρέπει να ξεκαθαρίσουμε μέσα μας εμείς που είμαστε γονιδιακά έτοιμοι να βροντοφωνάξουμε “ναι σε όλα!” - υποφέρει πρωτίστως εξαιτίας των εκπροσώπων του.  Και φυσικά είναι εκκωφαντικά απών, ως πολιτική επιλογή.

Οταν το πολυτιμότερο χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δυο εκλογικές αναμετρήσεις αναλώνεται στην κακής ποιότητας άμυνα αντί στην αποσαφήνιση των εννοιών που αφορούν στην οικονομία και στις αγορές ή όταν οι πολιτικές πεποιθήσεις χρησιμοποιούνται μόνο για να καταδικάσουν και ποτέ για να ανοικοδομήσουν, τότε φοβάμαι πως δεν θα φτάσουν ποτέ να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη στο βαθμό που να τις ψηφίσεις κιόλας για τη Βουλή.

Ο φιλελευθερισμός παραδοσιακά συγκεντρώνει αυτή τη μάστιγα που ονομάζεται “εξέχουσες προσωπικότητες”: την κουλτούρα και τη διανόηση που χρησιμοποιεί τη γνωστική υπεροχή προκειμένου να διαχωρίσει τη θέση της από την πλέμπα της οποίας τα βάσανα υποτίθεται ότι συμμερίζεται.  Αυτό που δεν εννοούν να καταλάβουν οι εξέχουσες προσωπικότητες στην Ελλάδα είναι ότι τα προβλήματα τούς εμπεριέχουν, ενίοτε δε, τα έχουν προκαλέσει οι ίδιοι.

Εμφανίζονται ως κήνσορες της πραγματικής οικονομίας, αλλά δεν βρίσκω τίποτα πραγματικό στο να σε συντηρεί το κράτος όντας πανεπιστημιακός.  Γράφουν για την ελαχιστοποίηση του κράτους, αλλά δεν εξηγούν πώς θα μεγιστοποιήσουμε τη δυναμική του πληθυσμού.  Διαχειρίζονται καλά τους αριθμούς, αλλά αναφέρονται ελάχιστα στον άνθρωπο.  Δεν μιλούν ποτέ για κοινότητες και ενδεχομένως πιστεύουν ότι οι οργανισμοί διοικούνται από ρομπότ και όχι από εργαζομένους με δκαιώματα.  Ολο τσάι και συμπάθεια προς το φτωχό λαό, αρκεί να μη χρειαστεί να λερώσουν τα χέρια τους κατεβαίνοντας στις αγορές και όχι στα σαλόν, στις πλατείες και όχι στους προθάλαμους πεντάστερων ξενοδοχείων.  Το “ανάλγητος” που τους προσάπτουν δεν έχει να κάνει με τις προσωπικότητες των πολιτικών, όσο με το γεγονός ότι παρουσιάζονται εμμονικοί στην ιδεολογία και αφήνουν μονίμως απέξω τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης (κοινωνικός φιλελευθερισμός).

Στις πρόσφατες εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο ο φιλελευθερισμός δέχτηκε ένα ισχυρό πλήγμα που θα μπορούσε να αποτελέσει την πρώτη μεγάλη ευκαιρία να διδαχθούμε από τα λάθη μας (η ταπεινή μου γνώμη είναι ότι ο φιλελευθερισμός δεν κατέβηκε καν στις εκλογές, ο μόνος που κατέβηκε ήταν ο Γκυ από τις Βρυξέλλες, αλλά τέλος πάντων).  Αντί γιαυτό, παρατηρήθηκε το  φαινόμενο αρκετών τιμητών του να εμφανίζονται έτοιμοι να απαρνηθούν την ονομασία που οι ίδιοι κατά το παρελθόν είχαν κρεμάσει παντιέρα, με τη γρηγοράδα που υπονοεί η παροιμία “στις εννιά του μακαρίτη, άλλος μπήκε μεσ το σπίτι”.  Πόσα γραμμάρια ελευθερίας κουβαλάει η ακόρεστη δίψα για εκλογή που μετατρέπει τους πολιτευτές σε γυρολόγους, δεν το έχω ζυγίσει επακριβώς.

Η αλήθεια είναι ότι αυτοί που εμφανίζονται ως φιλελεύθεροι στην Ελλάδα επίσης μοιάζουν σαν να βασανίζονται από τον κίνδυνο ενός πιθανού ξεπεράσματός τους.  Με την ψυχολογία “μικρού κόμματος” που περιφέρουν δεξιά-αριστερά, χάνουν την ευκαιρία να ασκήσουν έγκαιρη και ισχυρή αντιπολίτευση, να κινητοποιήσουν τη μερίδα του πληθυσμού που δεν εκπροσωπείται από κανένα κόμμα και να μπουν δυναμικά στο παιχνίδι ως ομάδα και όχι ως συνοθύλευμα μωροφιλόδοξων.

Ενα από τα τελευταία σχόλια που διάβασα είναι ότι “καλός φιλελεύθερος, είναι ο εκλεγμένος φιλελεύθερος”.  Αυτός δηλαδή που θα χωθεί στο σύστημα για να το επηρεάσει από μέσα.  Το χρυσώνουμε το χάπι βλέπω και πάμε.  Να προσθέσω στην παραπάνω φράση το “πάση θυσία” - ακόμα κι αν χρειαστεί να συνεργαστείς με το παρασιτικό σύστημα στο οποίο βάσισες κατά το παρελθόν όλα τα αντεπιχειρήματά σου;

Ο Φρίντμαν θα ήταν περήφανος για την νέα σοδειά πολιτικών, είμαι σίγουρη.  Πάνω από όλα η δύναμη των ιδεών.

Πού είναι αυτός με το ψυχικό σθένος και την ανωτερότητα να τα βάλει με το σύστημα, να μη χαριστεί στους εργολάβους, να καταδικάσει τα κακώς κείμενα από όπου κι αν προέρχονται και να μιλήσει ευθέως στους ψηφοφόρους, παραμένοντας όμως πραγματικά ανεξάρτητος;

Και τι κάνει τους φιλελεύθερους τόσο αρνητικούς στον απολογισμό των λαθών τους;  Γιατί οι κατηγορίες που εξαπολύουν προς τους άλλους δεν μεταβολίζονται σε αυτοκριτική προς τους εαυτούς τους και το χώρο;  Αντίθετα, πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις, ψάχνουν για συνεργασίες που θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν να αισθάνονται πολιτικά σε θέση σέντερ φορ.  Θεμιτό, θα μου πείτε, με την προυπόθεση όμως ότι έχουν ασχοληθεί περισσότερο με τις αλλαγές που πρέπει να προωθηθούν και λιγότερο με τη φροντίδα της αποκατάστασής τους.

Μαυτά και μαυτά, η μεταρρύθμιση άργησε μια μέρα.  Ανάμεσα σε στερεότυπα-βρισιά, σε ιδεολογία που προσαρμόζεται ανάλογα με τις περιστάσεις, σε στρογγυλεμένα λόγια και στην επανάσταση που εξαντλείται στις πόζες που παίρνουν τα νέα κόμματα, οι φιλελεύθεροι οφείλουν να αγωνιστούν για να σταματήσουν να προβάλλονται ως ο αποδιοπομπαίος τράγος για όλες τις πληγές του συστήματος και για να αποτελέσουν τη μεταβλητή που θα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την πολιτική και τον κοινοβουλευτισμό.

To κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο marketnews.gr

Σεξ, ψέματα και βιντεοταινίες.Της Δέσποινας Λιμνιωτάκη

Ο μήνας της μετάδοσης των αγώνων του Μουντιάλ, είναι ίσως η μεγαλύτερη περίοδος σεξουαλικοποίησης της καθημερινότητας.  Δεκάδες μηνύματα ενάντια στο trafficking, την εκμετάλλευση ανηλίκων, τα ναρκωτικά και τη φτώχεια (θέματα πάνω στα οποία η διαδικτυακή κοινότητα ωρύεται και συγκεντρώνει υπογραφές πιστεύοντας ότι μέχρι εκεί φτάνει το χρέος της) πάνε στον κάλαθο των αχρήστων μπροστά στη θέα των ελκυστικών ρεπόρτερ του κόσμου που μεταδίδουν τους αγώνες από τα βάθη του στηθόδεσμού τους. 

Το facebook βρίθει από φωτογραφίες καλλίγραμων κοριτσιών με αθλητική περιβολή.  Τα ανέκδοτα με τις χαζές που δεν καταλαβαίνουν από ποδόσφαιρο απογειώνουν τα στερεότυπα.  Αν βάλεις τη συζήτηση γύρω από τη διοργάνωση gay pride σε Αθήνα και Θεσ/κη, το bullying εναντίον της Βεργκάρα που αναστάτωσε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την τελευταία ιστορία με τα ζαρζαβατικά, έχουμε μεταφέρει – σαν έτοιμοι από καιρό - το γραφείο στην κρεβατοκάμαρα και κάνουμε υπερωρίες.

Και όλα αυτά σε μια εποχή που οι κοινωνικές υπηρεσίες, η αστυνομία και οι πάσης φύσεως διώκτες του εγκλήματος κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την αύξηση στα ποσοστά της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκων, στην παιδοφιλία και στον εξαναγκασμό γυναικών στην πορνεία.  Το γεγονός ότι οι σειρήνες του συναγερμού για τα μεγαλύτερα κοινωνικά θέματα που μαστίζουν τον πλανήτη τηρούν σιγή μπροστά στη “μεγαλοσύνη” του ποδοσφαιρικού (υπο)κόσμου, φανερώνει το μέγεθος της υποκρισίας στο οποίο είμαστε βουτηγμένοι διεθνώς.

 'Ενας κόσμος που ηθικολογεί ανελέητα απέναντι στην ειλικρίνεια των σεξουαλικών προτιμήσεων μιας μερίδας ανθρώπων, την ίδια στιγμή που αναπαράγει για την πλάκα του το πρότυπο της γυναίκας-σπερματοδοχείου ενώ ταυτόχρονα διαθέτει άποψη για το πώς οφείλει να γίνεται το σεξ μεταξύ συναινούντων ενηλίκων.  Πολίτες που διαδηλώνουν για την εξουδετέρωση-φάντασμα των χημικών της Συρίας στα ανοιχτά της Μεσογείου, αλλά αν υπονοήσεις κάτι κακό για τα παρελκόμενα της μπάλας θα σε χαρακτηρίσουν - τι άλλο; - “αγάμητη”.  Και όλοι οι πονόψυχοι του διαδικτύου που ανησυχούν για τους μετανάστες, θα ήθελα να μας πουν με στοιχεία, αν γνωρίζουν, που καταλήγουν πολλοί από αυτούς. 

Εντωμεταξύ, σύμφωνα με τους ακτιβιστές, η Βραζιλία έχει βγάλει πάνω από μισό εκατομμύριο παιδιά σε πορνεία, πολλά με τη συγκατάθεση των γονιών τους, ενώ η χώρα είναι ανερχόμενος προορισμός για σεξουαλικό τουρισμό, ξεπερνώντας το ρεκόρ προηγούμενων εποχών της Ταυλάνδης.  Εκφράζεται δε ανησυχία ότι τα πράγματα θα χειροτερέψουν με τη διοργάνωση εκεί των Summer Olympics το 2016.  Τι είπατε;  Απέχουμε παρασάγκας από το να γίνουμε Βραζιλία;  Ξανασκεφτείτε το.

Οι ιδέες που αναπαράγουμε μέσα από τις φωτογραφίες, τα βίντεο, τις πιπεράτες αναφορές, φτιάχνουν τον κόσμο στον οποίο θα ζήσουμε αύριο.  Θα περίμενα κάποιες ντόπιες ομάδες πολιτών (ή και πολιτικών!) να κάνουν αποσπασματικές έστω αναφορές στο θέμα – αλλά όχι. Σε μια ποδοσφαιροποιημένη κοινωνία που την ελέγχουν νονοί της νύχτας και οι βολέμένοι στα δημόσια αξιώματα αντιπροσωποί τους, πώς να σηκώσεις κεφάλι;  Οποία αφέλεια να πιστεύεις ότι στη ζωή υπάρχουν δύο μέτρα και δυο σταθμά: μπορείς να διακινείς βυζαρούδες και ταυτόχρονα να παλεύεις για ίσα δικαιώματα, εκπαίδευση και πολιτισμό ή να μιλάς για διαπολιτισμικότητα έχοντας πλήρη άγνοια της ζούγκλας των μεγαλουπόλεων. 

Και αν οι γυναίκες-εκλεγμένες αντιπρόσωποι των Ελλήνων αρέσκονται στο να βλέπουν τους εαυτούς τους να φιγουράρουν σε ρεπορτάζ εφημερίδων που έχουν τίτλους όπως “Οι ωραίες της Βουλής”, απουσιάζει εκείνος ο λόγος που θα καταρρίψει την ανισότητα για όλες και θα στρέψει το βλέμμα στην πεζή πραγματικότητα και όχι στα πρωτοσέλιδα των lifestyle περιοδικών.  Ναι, το σεξ πουλάει κι αυτό το γνωρίζουν καλά οι διακινητές των ροζ βίντεο. 

Σε μας λοιπόν δεν απομένουν παρά τα ψέμματα που λέμε στον εαυτό μας...

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr