Menu

 

logoidea

Δημήτρης Αλικάκος

Δημήτρης Αλικάκος

 

«Ο Δημήτρης Αλικάκος γεννήθηκε στις 20 Ιουλίου του 1967. Κατάγεται από το χωριό Τσέρια (Αγία Μαρίνα) του νομού Λακωνίας και είναι πατέρας δύο παιδιών. Σπούδασε στο τμήμα του «Ελληνικού Πολιτισμού» του Ελεύθερου Ανοιχτού Πανεπιστημίου. Δούλεψε ως ρεπόρτερ σε ηλεκτρονικά και έντυπα Μ.Μ.Ε. και έγραψε ένα σπουδαίο βιβλίο για έναν από τους σημαντικότερους δασκάλους της μεταπολεμικής Ελλάδας, τον καθηγητή Δημήτρη Λιαντίνη».
Αυτό από πάνω δεν το έγραψα εγώ. Το μόνο πράγμα που ξέρω ότι το έκανα καλά, και είμαι υπερήφανος γι’ αυτό, είναι ότι φύτεψα κάποτε έναν πλάτανο στο χωριό μου. 
Δ.Α.

Όλα κρίνονται, όλοι κρινόμαστε, όλοι κρίνουμε.

Toυ Δημήτρη Αλικάκου.
 
Ο βασιλιάς της Λυδίας Κροίσος ήταν ξακουστός σε όλο τον αρχαίο κόσμο για τα αμύθητα πλούτη του. Και ήταν περήφανος γι’ αυτό. Πίστευε μάλιστα ότι δεν υπήρχε πιο ευτυχισμένος άνθρωπος στον κόσμο από αυτόν. Αυτό είπε και στον Σόλωνα όταν τον επισκέφτηκε. Ο σοφός Έλληνας όταν του ανάφερε τρεις περιπτώσεις απλών ανθρώπων (τον Τέλλο τον Αθηναίο, και τους Κλεόβη και Βίτωνα από το Άργος) που τους θεωρούσε πιο ευτυχισμένους, ο Κροίσος θύμωσε και τον έδιωξε από το παλάτι χαρακτηρίζοντάς τον "ανόητο". Ο Σόλων, λίγο πριν φύγει του είπε τη περίφημη φράση που μάθαμε στο σχολείο και την επαναλαμβάνουμε έκτοτε σε κάθε ευκαιρία, μα ανάθεμα και αν καταλαβαίνουμε το νόημά της:
 
«Μηδένα πρό του τέλους μακάριζε», δηλαδή, «μην μακαρίζεις-καλοτυχίζεις κανέναν προτού δεις το τέλος του».
 
Τι του είπε δηλαδή; Του είπε με άλλα λόγια "δεν θα σε κρίνω τώρα, θα σε κρίνω σαν δω πώς θα πεθάνεις". Η συνέχεια είναι γνωστή. (Μεγάλες συμφορές βρήκαν τον Κροίσο. Ο γιος του σκοτώθηκε στο κυνήγι και ο ίδιος νικήθηκε από το βασιλιά των Περσών Κύρο, αιχμαλωτίστηκε, και τον ανέβασαν στη φωτιά να τον κάψουν. Εκεί θυμήθηκε τα λόγια του Σόλωνα και φώναξε μετανιωμένος τρεις φορές «Σόλων! Σόλων! Σόλων!». Ο Κύρος, που τον άκουσε, ζήτησε να μάθει τι σήμαινε η επίκληση αυτή και, ακούγοντας την ιστορία, του χάρισε τη ζωή).
 
Με τη φράση του Σόλωνα γίνεται μια τομή στην ιστορία. Είναι η στιγμή ο θάνατος, ως καταληκτήριο γεγονός της ζωής του ανθρώπου, αποκτά τόση και τέτοια αξία που αρκεί για να δώσει νόημα σε ολόκληρη τη ζωή του. Είναι η στιγμή που ο θάνατος αφορά την ίδια τη ζωή (και όχι τον… θάνατο). Είναι η στιγμή που ο θάνατος κρίνεται.
 
Έτσι λοιπόν είναι ημιμαθής και πνευματικά λειψός εκείνος που λέει "μην κρίνεις το θάνατο του άλλου". Χριστιανέ μου, "τη ζωή του κρίνω!", απαντώ (και βέβαια και οι κρίνοντες κρίνονται). Μετά βέβαια ήρθε το «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» και θόλωσε τα νερά, καθώς τον κρίνοντα περιμένει η υπέρτατη κρίση του Θεού. Μόνο αυτός μπορεί να κρίνει. 
 
Δεν πέρασε, και ευτυχώς, αυτή η φράση. Και βέβαια, πέρα από το να την αναμασάμε αδιάκριτα, παραβαίνεται από την ίδια τη ζωή. Όλη η ιστορία του πολιτισμού είναι μια ιστορία συνεχών κρίσεων. Κρίση πάνω στην κρίση και στο τέλος κρίση. Και τελειωμό δεν έχει.
 
Όλα κρίνονται, όλοι κρινόμαστε, όλοι κρίνουμε. Και στα διαλείμματα μαθαίνουμε (όσο και όσοι) να κρίνουμε δίκαια.

Η συνισταμένη των δυνάμεων είναι μηδέν.

Του Δημήτρη Αλικάκου.
     
Ελάχιστες πια οι ελπίδες να ανακάμψει ο τόπος. Δεν αναφέρομαι στους οικονομικούς δείκτες.Αυτοί φαίνεται ότι θα αποτελέσουν μια παρένθεση μικρής χαραμάδας φωτός, αλλά γρήγορα θα κλείσει. Γιατί τα πλεονάσματα και οι μειώσεις(;) προσωπικού δεν αρκούν για να δώσουν πνοή σιγουριάς και αισιοδοξίας σε μια χώρα παράλυτη και, κυρίως, διχασμένη. 
 
 Η Ελλάδα δεν ήταν Ιρλανδία ούτε Ισπανία. Τα προβλήματά της τα κουβαλούσε από πολύ παλιά. Από την εποχή της φουστανέλας και των πρώτων δανείων. Η χώρα απελευθερώθηκε χύνοντας ποταμούς αίματος, αλλά δεν απελευθερώθηκε μόνη της, με τις δικές της δυνάμεις. 
 «Η Ελλάδα είναι ένα ιστορικό λάθος» είχε πει κάποτε ο μακαρίτης ο Αξελός. Αυτή η τρομακτική πρόταση, αν διαβαστεί σωστά, δύναται να ερμηνεύσει όλες τις πτυχές του νεοελληνικού φαινομένου έτσι όπως προέκυψε μετά την Ανεξαρτησία. Για να γίνει αυτό όμως, πρέπει να πάμε πολύ πίσω. Στις δομές που συντήρησαν τη σκλαβιά τέσσερις αιώνες, στο φρόνημα που σφυρηλατήθηκε σε αυτό το χρόνο, στους λόγους που οδήγησαν στην Επανάσταση, στους λόγους που δεν κατάφερε με τις δικές ΤΗΣ δυνάμεις να οδηγήσει σε αποτίναξη του ζυγού, για να φτάσουμε στη δημιουργία ενός «ελεύθερου κράτους» καταδικασμένου να ζήσει μέσα στο ανελεύθερο του ετεροκαθορισμού και της εξάρτησης. Και βέβαια έξω από κάθε ιδέα διαφωτισμού. Θα μπορούσε να γίνει αλλιώς και πώς; Αυτό είναι το ερώτημα. Και φοβάμαι πως η απάντηση, κρύβει πολύ πόνο. Και κανείς δεν θέλει να πονέσει.
Ωστόσο αυτή η «ιστορική στρέβλωση» του δώρου της ελευθερίας από άλλους, δεν ήταν ελληνική πρωτοτυπία ούτε νομοτελειακά οδηγεί στην κατάρρευση. Αρκεί να συνειδητοποιήσει ο αδύνατος ότι οφείλει να ανοίξει το βήμα του, να σφίξει τα δόντια και να διανύσει πιο γρήγορα την απόσταση που έχει τρέξει ο δυνατός. Όχι απαραίτητα για να τον φτάσει, αλλά για να αποφύγει τη ντροπή του τελευταίου. Και η Ελλάδα δεν την απέφυγε.
 Έχουν γραφτεί τόμοι για τα πώς και τα γιατί. Και πέρασαν τα χρόνια σε συνθήκες εθνικής αφασίας και νιρβάνα… και μετά ήρθε η χρεοκοπία του 2010. Θα το επαναλάβω άλλη μια φορά γιατί κατά ένα περίεργο λόγο ελάχιστοι το έχουν κάνει κτήμα τους. Η Ελλάδα χρεοκόπησε επίσημα τον Μάιο του 2010. Στο τέλος εκείνου του μήνα, χωρίς τα δανεικά των ευρωπαίων, δεν θα πλήρωνε μισθούς και συντάξεις. Και παύλα. 
Απέναντι σε αυτήν την μεγάλη εθνική καταστροφή η χώρα βρέθηκε έχοντας μικρά αναστήματα εντός βουλής. 
 Ο Καραμανλής, ο μεγάλος υπεύθυνος, θα κατηγορηθεί από τον ιστορικό του μέλλοντος όχι γιατί δημιούργησε την τραγωδία, αλλά γιατί, αν και πανίσχυρος τα πρώτα χρόνια, επιτάχυνε τα βήματα προς το γκρεμό. Λες και είχε προηγούμενα με τον ευλογημένο τόπο. Λες και το έκανε επίτηδες. Δεν το έκανε όμως. Ήταν ανίκανος και ανεύθυνος. Αν δεν λεγόταν Καραμανλής, θα κολλούσε γραμματόσημα σε κάποιο υποκατάστημα ΕΛΤΑ. Προς το τέλος, κάτι πήγε να καταλάβει, αλλά ήταν αργά. Η χώρα είχε πέσει ήδη στα βράχια του δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Έφυγε ανυπόληπτος και ταπεινωμένος.  
Ο Παπανδρέου θα κατηγορηθεί κάποτε από τον ιστορικό του μέλλοντος ότι την ώρα που ο Καραμανλής ξυπνούσε για κάποια λεπτά από το λήθαργο και πήγαινε να μπουσουλήσει, εκείνος έμπαινε μπροστάρης στις διεκδικήσεις του κάθε πικραμένου. Διεκδικήσεις από πού; Από ποια ταμεία; Από ποια οικονομία; 
Στη συνέχεια, ως πρωθυπουργός κατάλαβε κι αυτός, προσγειώθηκε ανώμαλα και δέχομαι ότι προσπάθησε. Δύσκολος εκείνος ο χειμώνας και η άνοιξη του 2010 για κρίσεις και απόλυτες βεβαιότητες. Και εύκολες οι απόψεις του στυλ «αν έκανε αυτό και όχι το άλλο τότε…». Μακριά από δω. Εκείνο όμως που θα τολμήσω να του καταλογίσω είναι ότι δεν είπε την αλήθεια, δεν λύτρωσε τον τόπο με μια συγγνώμη τόσο μεγάλη και ταπεινή, όση η αλαζονεία της πασοκικής πολυετούς διακυβέρνησης. Με άκηδες και τσουκάτους και μαντέληδες. Γιατί οι μεγάλοι ηγέτες, αναλαμβάνουν να σηκώσουν βάρη και ευθύνες ακόμα και αυτές που δεν τους αναλογούν. 
Ο Αντώνης Σαμαράς θα κατηγορηθεί κάποτε από τον ιστορικό του μέλλοντος ότι την ώρα της μεγάλης μάχης για εθνική επιβίωση εκείνος αυνανιζόταν με την καρέκλα του πρωθυπουργού. Ανούσια ζάππεια, καταστροφικές αντιευρωπαϊκές κορώνες, παιχνίδια εξουσίας και κοκορομαχίες την ώρα που ο τόπος βυθιζόταν. Αργότερα κατάλαβε κι αυτός. Μπήκε στο χορό, έδειξε σημάδια ότι προσγειώθηκε, αλλά, είπαμε, μικρό το ανάστημά του. Δεν έχει όραμα, διαχειρίζεται την κρίση, την παλεύει με λόγια και ευχές, δεν προχωράει σε τομές και ρήξεις. Και αυτός οφείλει μια συγγνώμη στο λαό και μια απερίφραστη καταδίκη της διακυβέρνησης Καραμανλή. 
Στο σημείο αυτό, λένε, για να είναι ζυγιασμένο το άρθρο πρέπει ειπωθεί κάτι και για τον Τσίπρα. Μα τι να πω; Αυτός δεν κυβέρνησε. Αυτός δεν ήρθε αντιμέτωπος με την πραγματικότητα για να στηθεί στο σκαμνί της κριτικής. Υπόσχεται, λέει, δεσμεύεται, οραματίζεται μια Ελλάδα απαλλαγμένη από μνημόνια και εξαρτήσεις, μια Ελλάδα περήφανη και ευημερούσα. Και αν τα καταφέρει; Μπορεί. 
Λοιπόν, με αυτό το «μπορεί» ο Αλέξης Τσίπρας θα είναι, ίσως, ο επόμενος πρωθυπουργός. Και θα είναι πολύ χαρούμενος εκείνη τη μέρα και τις μέρες που θα ακολουθήσουν θα συμβεί μια μεγάλη σύγκρουση. Ίσως η μεγαλύτερη στην μεταπολεμική Ελλάδα. Η σύγκρουση ενός «οράματος» με την πραγματικότητα. Θα είναι τέτοιος ο ήχος της που θα ακουστεί στα πέρατα της οικουμένης. Και το ερώτημα είναι: θα την ρουφήξει ή θα τον ρουφήξει; (η πραγματικότητα). Πόνταρε 10 προς 1. Μάντεψε όμως σωστά και δράσε ανάλογα. 
Με τους υπόλοιπους, Βενιζέλο, Καμμένο, Κουβέλη, Παπαρήγα, δεν θα ασχοληθεί λεπτομερώς και διεξοδικά ο ιστορικός του μέλλοντος. Θα αναφερθούν ως υποσημειώσεις. Μεγαλύτερες ή μικρότερες. Και ίσως ένας ψυχίατρος ασχοληθεί με την περίπτωση του Καμμένου. (Ο τελευταίος κακώς κυκλοφορεί ελεύθερος).  
 Στοπ εδώ οι προφητείες. Αρκούν. 
Κάποτε ο ιστορικός του μέλλοντος θα κατηγορήσει τέσσερις πολιτικούς άνδρες. Ήταν και οι τέσσερις στο ίδιο καράβι. Και το καράβι βυθιζόταν μέσα σε θύελλα και τρικυμία. Και ο καθένας βαστούσε δικό του τιμόνι. Τέντωνε δικά του πανιά. «Από δω πρέπει να πάμε», «όχι, από δω να πάμε», «σκάστε από δω θα πάμε», «πάμε όπου γουστάρει ο καθένας». 
 Σε αυτή την περίπτωση, μας λέει η Φυσική, η συνισταμένη των δυνάμεων είναι μηδέν.
 Το πλοίο δεν κινείται, ούτε μπρος ούτε πίσω, ούτε δεξιά, ούτε αριστερά.
               Βυθίζεται αύτανδρο.    
 

"΄Ερημος και ισχυρός"

Είναι τρελός! 
Κάπως έτσι αντέδρασαν πολλοί νεοέλληνες στο άκουσμα της είδησης. 
Είχαν δίκιο. Τούτος, δεν ήταν σαν τους άλλους, σαν εμάς. Ξένο σώμα έδειχνε στη τάξη των ανθρώπων. Τα λόγια του ήταν αλλόκοτα, ακαταλαβίστικα• ήχοι περίεργοι στη μονότονη μουσική της ζωής μας.
Το έργο είχε ξαναπαίξει. Τί κι αν το θυμούνται λίγοι.
Πήρα στυλό και τετράδιο και άρχισα να ρωτάω, να μαθαίνω και να γράφω. 

 

Κάποιων ανθρώπων η ζωή, δεν ακολουθεί το φρόνιμο μονοπάτι των άλλων. Επιλέγει κρυφά περάσματα και απόκρημνες πλαγιές για να βαδίσει. Κάποτε σηκώνεται από το χώμα, πετά και χάνεται στον ορίζοντα. Τη ζωή αυτών, κανείς δεν δύναται να ακολουθήσει, πόσο μάλλον να καταγράψει. Αυτό που μας μένει είναι να νιώσουμε. Να νιώσουμε την αύρα που αφήνει πίσω του καθώς χάνεται…
Πώς μπορείς να μιλήσεις για έναν άνθρωπο που βαδίζει στο θάνατο συνειδητά και χαμογελώντας; Ποια στοιχεία μπορείς να εισφέρεις που να δικαιολογούν αυτή την εικόνα; Ο δημοσιογραφικός λόγος στέκεται ανίκανος να δώσει επαρκή απάντηση. 
Η πράξη του Λιαντίνη, η έξοδός του από τη ζωή, θα περιμένει υπομονετικά τον φιλόσοφο και ποιητή για να την βάλει στο χειρουργικό τραπέζι. Να την αναλύσει και να την ερμηνέψει. Μα πάνω απ’ όλα θα περιμένει το χρόνο. Αυτός είναι ο πιο δίκαιος κριτής.
Η παρούσα έρευνα θα επιχειρήσει να πλησιάσει τον άνθρωπο. Έτσι όπως φανερώνεται μέσα από μαρτυρίες ατόμων που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν, όπως φοιτητές, συνάδελφοι, συμμαθητές του από τα μαθητικά χρόνια, ακόμα και ο δάσκαλός του στο δημοτικό που μιλάει για ένα «παιδί φαινόμενο».
Μιλούν για πρώτη φορά οι τρείς φίλοι του Λιαντίνη, οι άνθρωποι που ο ίδιος επέλεξε να αναφέρει στην τελευταία του επιστολή. Ο αντιπρύτανης, ο γιατρός και ο μεταλλειολόγος. «Όλα αυτά τα χρόνια σιωπήσαμε από σεβασμό στη μνήμη του. Ήρθε η ώρα να πούμε την αλήθεια», λένε.

Έρχεται στο φως η προσωπική του αλληλογραφία με τον δίδυμο αδελφό του και τον καλύτερο φίλο του στα ταραγμένα χρόνια της νιότης του. Επιστολές που αποκαλύπτουν τον άνθρωπο και φανερώνουν μια σπάνια στάση ζωής που φτάνει στα όρια της υπέρβασης. 
Θα μας αποκαλύψει ο ίδιος τον μεγάλο έρωτά του, πώς τον βίωσε και γιατί έμεινε ανεκπλήρωτος. 
Θα ακούσουμε την κραυγή αγωνίας του προς τον αδελφικό φίλο του: «Δος μου το χέρι σου φίλε. Τώρα που καίγομαι». 
Θα παρακολουθήσουμε τα τελευταία του βήματα μέσα από μαρτυρίες ανθρώπων και δικές του επιλογές. Θα μάθουμε ποια ήταν η τελευταία του επιθυμία. Τι χειρόγραφα εμπιστεύθηκε και σε ποιόν λίγο πριν φύγει. 
Θα γνωρίσουμε τον άνθρωπο που λάμβανε επί 25 χρόνια κάθε μήνα ένα γράμμα του και θα μάθουμε το γιατί. 
Θα σταθούμε στη μάνα του, την περήφανη αυτή γυναίκα που και εκείνη έκανε τη δική της υπέρβαση. Τι της είπε ο γιος της γι’ αυτό που σχεδίαζε να κάνει και πώς εκεί-νη αντέδρασε; 
Λίγο πριν το τέλος, θα μάθουμε το «σχέδιο» του Λιαντίνη από τον άνθρωπο-κλειδί που κλήθηκε να το φέρει εις πέρας. Θα ακούσουμε τον ίδιο να μιλά για πρώτη φορά. 
Θα παρακολουθήσουμε το χρονικό του θανάτου του. Ενός θανάτου που, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, ήταν σχεδιασμένος στη παραμικρή λεπτομέρεια. Ο τόπος, ο χρόνος, ο τρόπος.
Τέλος, θα δώσουμε το λόγο στον ιατροδικαστή. Εκεί τον αναγνώστη, περιμένει ένα μεγάλο αίνιγμα, «πρωτόγνωρο», σύμφωνα με τον ίδιο.
Ανάμεσα σ’ όλα αυτά, θα παρεμβάλονται μικρά αποσπάσματα από το συγγραφικό του έργο ως ένα πρώτο άγγιγμα στη σκέψη του, κυρίως όμως για να μας θυμίσουν μια λέξη ξεχασμένη στις μέρες μας: συνέπεια.

Για τον Δημήτρη Λιαντίνη η πιο σημαντική μέρα της ζωής του ήταν η μέρα που επέλεξε να φύγει για πάντα. Είκοσι πέντε χρόνια, ίσως και παραπάνω, ο Δημήτρης Λιαντίνης ζει και αναπνέει για να μπορέσει εκείνη τη μέρα να κάνει το μεγάλο άλμα. Είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια προετοιμάζει τον εαυτό του για να δει για τελευταία φορά το ηλιοβασίλεμα εκείνης της μέρας. Να ακούσει για τελευταία φορά τον ήχο από τις πέτρες που πατάει και αφήνει πίσω του στο μονοπάτι που δεν έχει γυρισμό. Και εκεί ψηλά στη κορυφή του βουνού να αγναντέψει για τελευταία φορά από μακριά τη Λιαντίνα, το αγαπημένο του χωριό, τη γη της Λακωνίας που τον γέννησε.
 
Ο Λιαντίνης ζητάει από όλους να τον κατανοήσουν. Όχι να συμφωνήσουν μαζί του, απλά να μπορέσουν να τον κατανοήσουν μέσα από το άρωμα που άφησε πίσω του στους δεκάδες, εκατοντάδες ανθρώπους που ήρθαν σε επαφή με κείνον και το έργο του. Και σαν τον κατανοήσουν ακούγοντας τους ανθρώπους που τον γνώρισαν και κυρίως μελετώντας το έργο του, τότε μπορούν χωρίς την ενοχή της άγνοιας να τον δεχθούν ή να τον απορρίψουν.

Κάποτε ήλθε ένα 28χρονο παλικάρι να με βρει. Όνομα δεν μου άφησε, μονάχα μου είπε τούτο: «Ήμουν φοιτητής του Λιαντίνη. Μια μέρα με είδε δακρυσμένο και με ρώτησε τι έχω. Του είπα πως θέλω να βάλω τέρμα στη ζωή μου. Με πήρε αγκαλιά και βγήκαμε απ’ το αμφιθέατρο. Βαδίσαμε κάμποση ώρα στο δάσος της Καισαριανής. Μου μιλούσε συνεχώς. Τον άκουγα. Στο τέλος με φίλησε στο μάγουλο, χαμογέλασε και έφυγε. Του χρωστώ τη ζωή μου. Τον ευχαριστώ». 
Φεύγοντας μου ζήτησε να του υποσχεθώ πως θα το γράψω κάποτε αυτό, «να μάθουν ποιος ήταν ο Λιαντίνης». 
Ποιος ήταν λοιπόν ο Λιαντίνης;
Μερικές εκατοντάδες γραμμάρια μελάνι σε χαρτί. Η σκέψη του, το έργο που άφησε φεύγοντας, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων. Οκτώ βιβλία, εκ των οποίων το ένα μετάφραση. Ας τα δούμε συνοπτικά:
Το 1978 εξέδωσε την διδακτορική του διατριβή πάνω στον Γερμανό ποιητή Ράινερ Μαρία Ρίλκε με τον τίτλο «Έξυπνον Ενύπνιον». 
Ο υπεύθυνος της τριμελούς επιτροπής που κλήθηκε να κρίνει την διατριβή, τη χαρακτήρισε ακατανόητη…

Οι καμπάνες, οι γραβάτες, οι χειραψίες και τα πρωτόκολλα, η ελεημοσύνη και οι διακυρήξεις για ισότητα, δικαιοσύνη και ελευθερία αποτελούν τα διάσημα του ξεπεσμού του ανθρώπου. (σελ. 50)

Την ίδια χρονιά ο Λιαντίνης θα γράψει μια εργασία με θέμα τον Διονύσιο Σολωμό για να συμμετάσχει στη διεκδίκηση του βραβείου της Ακαδημίας Αθηνών. Την έγραψε λοιπόν, την έβαλε σε κλειστό ανώνυμο φάκελο, όπως προβλεπόταν, την έστειλε και το πήρε. Όμως δεν πήγε να το παραλάβει, όπως επίσης και το χρηματικό βραβείο 100 χιλ. δρχ. Το βιβλίο, που από πολλούς θεωρείται ως η καλύτερη προσέγγιση στο Σολωμό που γράφτηκε ποτέ, έχει τίτλο «Χάσμα Σεισμού – Ο φιλοσοφικός Σολωμός» .

Σύμφωνα με την οντολογία και την ηθική του Σολωμού η θέση του ανθρώπου είναι να βρίσκεται πάνοπλος στην ακμή της Εξόδου και ανυπόδητος στην κόψη του σπαθιού. Να ανθίζει στη ρωγμή των βράχων και να αστράφτει στο χάσμα της νυχτολαμπής. (σελ. 117)

Το 1979 θα μπει στα βαθιά καθώς θα επιχειρήσει να μεταφράσει Νίτσε και συγκεκριμένα το «Ίδε ο άνθρωπος». 

Χρεωστώ τούτη την εξομολόγηση. Υπάρχουν ώρες που ανοίγοντας να διαβάσω Nietzsche δεν καταλαβαίνω λέξη. (σελ. 15)

Στο εξώφυλλο του βιβλίου, ο Λιαντίνης θα δώσει ένα μικρό δείγμα από το στίγμα της μετάφρασης του «δύσκολου» Νίτσε. Θα επιλέξει αντί των συνηθισμένων «Μετέφρασε», «Απέδωσε», το άγνωστο «Ελλήνισε».
Τα επόμενα χρόνια θα ασχοληθεί με την μελέτη των έργων του Γιώργου Σεφέρη καρπός της οποίας είναι το βιβλίο «Ο Νηφομανής», που θα εκθοδεί το 1982.

Ο Νηφομανής δηλώνει το νηφάλιο και το μαινόμενο ταυτόχρονα. Είναι εκείνος που νοεί και κρίνει, αλλά την ίδια στιγμή ενθουσιά και εμπνέεται. Ζει τον έλλογο μύθο ζυμωμένον με τη φρόνιμη τρέλα. (σελ. 11)

Το 1984 θα γράψει ένα αμιγώς φιλοσοφικό βιβλίο. Το «Homo Educandus:Φιλοσοφία της Αγωγής».

Μέσα στο χώρο της Φιλοσοφίας της Αγωγής το βιβλίο τούτο μοιάζει αιρετικό. Αν το παραβάλει κάποιος προς τον κλασσικό – που σημαίνει και συμβατικό αναπότρεπτα – τύπο των παρόμοιων μελετών, μόνο τον υπότιτλο θά ‘βρισκε κοινό. (σελ. 9)

Το 1987 θα γράψει το «Πολυχρόνιο – Στοά και Ρώμη» μια μελέτη πάνω στην «επίδραση της στωικής φιλοσοφίας στην πολιτική παιδαγωγική της Ρώμης».

Από τη πτώση της Ρώμης και ύστερα, ο άνθρωπος πορεύεται πλέον τον δρόμο της ιστορίας ανάποδα. Βλέπει τάχα το Χριστό, και τραβάει ίσια κατά το Διάβολο. (σελ. 164)

Το 1992 θα γράψει «Τα Ελληνικά». Είναι η εποχή που διδάσκει στο Μαράσλειο Διδασκαλείο όπου μετεκπαιδεύονται δάσκαλοι. Ο ίδιος επιθυμεί το βιβλίο του να έχει συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό: Προορίζεται μόνο για τους φοιτητές και για εκπαιδευτικούς που δεν έχουν περάσει το μεσοστράτι της ζωής τους. (προμετωπίδα)

Να υπάρχεις ελληνικός δηλώνει τέσσερες τρόπους συμπεριφοράς.
Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από την φύση. Όχι την αλήθεια που  φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων. 
Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης. Όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων. 
Ότι αποθεώνεις την εμορφιά• γιατί η εμορφιά είναι δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου. 
Και κυρίως αυτό: Ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πώς αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν. 

Και ερχόμαστε στη «Γκέμμα», το κύκνειο άσμα του. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε σε δύο καλοκαίρια. Του 1993 και του 1994 στο εξοχικό της οικογένειας στις Κεχριές. Στο τυπογραφείο πήγε το 1996, αν και μέσα αναφέρει ως έτος έκδοσης το 1997. Στα βιβλιοπωλεία κυκλοφόρησε περί τα τέλη της άνοιξης του 1998.

Γιατί η διαφορά η τρομερή εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα. Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια. (τελευταίες λέξεις του βιβλίου)

Τα τελευταία πέντε βιβλία του τυπώθηκαν από ένα μικρό εκδοτικό οίκο, τη «Βιβλιογονία». Κανείς άλλος οίκος δεν δεχόταν να τα τυπώσει.  
Υπάρχει, τέλος, και ένα άλλο έργο του Λιαντίνη. Στις 7 Μαρτίου 1998, το εμπιστεύθηκε:σε μορφή χειρογράφου:στον φοιτητή του Ηλία Αναγνώστου και το επισήμανε στην τελευταία του επιστολή: «Κάποια στοιχειά από το αρχείο μου το κρατά ως ιδιοκτησία ο Ηλίας Αναγνώστου». 
Είναι μια ανάλυση στο έργο του Κ.Π. Καβάφη. Έχει τον τίτλο Requiem και σύντομα θα πάρει το δρόμο για το τυπογραφείο από τον ιδιοκτήτη του.

Η ιδέα του «Απολείπειν ο θεός Αντώνιον», είναι η ωραία στάση μπροστά στο θάνατο. Δεν είναι ανάγκη να γίνεις Αντώνιος, ώστε εκείνο που θα χάσεις πεθαίνοντας να είναι η πόλη του Αλεξάνδρου.
Η Αλεξάνδρεια είναι το άλλο όνομα της ζωής.
Στον καθένα που αξιώθηκε να υψωθεί σε συνείδηση, να ανοίξει τα μάτια του δηλαδή και να κλείσει μέσα τους το θαύμα της ζωής, στον καθένα που είχε τη χαρά έστω και μόνο να κυττάξει ένα Μάη τις ανθισμένες σπίθες των σπάρτων, του χαρίζεται, και του χρεώνεται μια ολόκληρη Αλεξάνδρεια. Με το φάρο, με τη Βιβλιοθήκη της, τους στόλους και το Νείλο, την αιχμηρή της χερσόνησο στη μακρυνή γοητεία των Φαραώ, με τους χορούς της ιερής νύχτας και της ιερής φρίκης, και με την Κλεοπάτρα της. Αυτή τη μυθική συναλλαγματική ο άνθρωπος με την πράξη του θανάτου του την εξοφλεί ως τον τελευταίο του όβολο. 
Η ώρα της πληρωμής επομένως αξιώνει γενναιοδωρία και αρχοντιά ισομέτρητη προς το μέγεθος της χρέωσης.
Όρος που ορίστηκε κοινός για το βασιλιά και το στρατιώτη, το φοροβαστάχτη και το βιολιστή, τον ταξιδευτή και τον ερωτευμένο
. (απόσπασμα)

Αυτός ήταν λοιπόν ο Λιαντίνης; Ένας στοχαστής, παιδαγωγός, ποιητής; 
Όχι, μας λέει ο ίδιος.

Το αληθινότερο ποίημα στο γνήσιο ποιητή είναι η ίδια η ζωή του. (Χάσμα Σεισμού σελ. 24)

Καθώς λοιπόν έγραφε τα ποιήματα του, του σώθηκε το μελάνι. 
Τότε αποφάσισε να γράψει με το αίμα του. 

Ο Δημήτρης Λιαντίνης υπήρξε αναπληρωτής καθηγητής του τομέα Παιδαγωγικής, του τμήματος Φ.Π.Ψ. της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Δίδασκε φιλοσοφία της αγωγής και διδακτική αρχαίων και νέων ελληνικών.
Εξαφανίστηκε αυτοθέλητα την 1η Ιουνίου του 1998, σε ηλικία 56 ετών.
Στις 4 Ιουλίου του 2005 αποκαλύφθηκε ο σκελετός του από τον πιο έμπιστο φίλο του, σε μια μικρή σπηλιά του Ταϋγέτου. 
Όλα είχαν σχεδιαστεί από τον ίδιο.

http://www.youtube.com/watch?v=aJ2SwpPw-qM#t=62

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr