Menu

 

logoidea

Μάριος Μπρούσκος-Στυλιανόπουλος

Μάριος Μπρούσκος-Στυλιανόπουλος

Γεννήθηκα το 1986 στην Αθήνα.Σπούδασα Οικονομικά στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και παράλληλα εργάστηκα στο χώρο του εμπορίου .Το 2012 θέλησα  να βάλω περισσότερη τάξη στη ζωή μου..και  μπήκα στην Ακαδημία του Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου, στη Σχολή Πλοιάρχων όπου συνεχίζω τις σπουδές μου.  Μ΄ ενδιαφέρουν οι θετικές επιστήμες και ιδιαίτερα η αστροφυσική . Θα ήθελα να υπάρχει γύρω μου ένας  πιο "αρμονικός"κόσμος και γι΄αυτό ασχολούμαι με την αρχαία ελληνική γραμματεία,το γραμμικό σχέδιο και τη μουσική. Μ΄ αρέσει  να βλέπω τη ζωή  με διαφορετικό μάτι  . Τον ελεύθερό  χρόνο μου ασχολούμαι με το διάβασμα,τη γυμναστική και τις πολεμικές τέχνες. Γράφω  κείμενα γιατί αισθάνομαι την ανάγκη να  εκφραστώ. 

Ποιος καπηλεύεται τους νεκρούς;

Του Μάριου Μπρούσκου Στυλιανόπουλου.
 
Κοινωνία που καπηλεύεται τη μνήμη νεκρών, είναι κοινωνία θηρίων.
 
  Δεν είναι η πρώτη φορά που η ανθρώπινη οδύνη γίνεται αντικείμενο αδυσώπητης καπηλείας από τα ΜΜΕ, την αντιπολίτευση και όσους επιχειρούν να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη. Δυστυχώς, η τραγωδία με τους μετανάστες στο Φαρμακονήσι δεν εξαιρέθηκε  από τα δίχτυα του λαϊκισμού και της αυθαιρεσίας.
 
   Για ακόμη μία φορά, η κοινωνία και οι πολιτικοί εκπρόσωποι βρίσκονται σε διελκυστίνδα. Το λιμενικό σώμα ισχυρίζεται ότι έπραξε το καθήκον του καί κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διασώσει τους μετανάστες. Επισημαίνεται ότι οι καιρικές συνθήκες ήταν αντίξοες και επικρατούσε έντονη θαλασσοταραχή. Από την άλλη, υπάρχουν μαρτυρίες μεταναστών οι οποίες καταλογίζουν ευθύνες στους λιμενικούς και ευθέως τους κατηγορούν πως ευθύνονται για τον πνιγμό ανθρώπων, αφού τους εμπόδισαν να ανέβουν στο σκάφος διασώσεως , τους έσπρωξαν στο νερό και τους εξύβισαν. Ωστόσο, υπάρχουν και διασωθέντες που ευχαρίστησαν τους λιμενικούς για την άμεση επέμβασή τους.
 
  Βάσει των ανωτέρω, παρατηρούμε ότι οι απόψεις διίστανται και μόνον η Δικαιοσύνη είναι η αρμόδια για να διαλευκάνει την υπόθεση. Όμως, η κοινωνία μας δεν έχει παρόμοια άποψη. Πολλοί συμπολίτες μας, χωρίς να έχουν την παραμικρή γνώση σχετικά με το τι διαδραματίστηκε, έσπευσαν να ''καρατομήσουν'' το λιμενικό σώμα, μίλησαν για παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κρατική αναλγησία καί υπαινίχθηκαν πως οι μετανάστες δολοφονήθηκαν. Η οργή  κατά των ενστόλων υπήρξε παροιμιώδης και παρέκαμψε κάθε λογική επεξεργασία. Ανακηρύχθηκαν δικαστές της τηλεοράσεως και του ιστοτόπου, διέδωσαν εσφαλμένες εντυπώσεις και απέδειξαν ότι είναι προκατειλημμένοι. Φυσικά, το χειρότερο είναι πως δεν αναγνωρίζουν την επικινδυνότητα των συνθηκών υπό τις οποίες εργάζεται το λιμενικό σώμα και μονίμως λαμβάνουν το μέρος του ''αδυνάτου'', όχι ως ένδειξη φιλευσπλαχνίας αλλά ως συλλογική εκτόνωση απέναντι στο ''βάρβαρο'' κράτος.
 
   Πέραν των ανωτέρω, ουδείς αναφέρθηκε στους χιλιάδες μετανάστες που συνδράμει το λιμενικό σώμα επί καθημερινής βάσεως. Όπως, επίσης, ουδείς αφιέρωσε χρόνο για να αναλύσει για ποιο λόγο η Ελλάδα θα πρέπει να υποδέχεται όλο αυτόν τον όγκο προσφύγων ενώ οι υπόλοιπες όμορες και ομόθρησκες χώρες δεν το κάνουν. Επιπροσθέτως, οι υπέρμαχοι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παρέλειψαν να αναφερθούν και στα δικαιώματα της χώρας μας, η οποία διέρχεται οξεία οικονομική κρίση, αντικειμενικά δεν δύναται να θρέψει άλλους μετανάστες, αλλά εξακολουθεί να είναι δέκτης υπεράριθμων προσφύγων όταν την ίδια στιγμή οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες φράζουν τα σύνορά τους. Φυσικά, αποσιωπήθηκαν οι ευχαριστίες των διασωθέντων και προβλήθηκαν μόνον οι μαρτυρίες που αποτελούν κόλαφο για το λιμενικό σώμα.
 
   Φυσικά, η αντιπολίτευση δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από την αρένα του λαϊκισμού. Δεν τήρησε καθόλου αντικειμενική στάση, βρήκε αφορμή για να υπονομεύσει την κυβέρνηση καί δεν παρέλειψε να εννοήσει πως η χώρα μας επιτελεί παράνομη επαναπροώθηση μεταναστών στα γειτονικά παράλια. Η χυδαία μικροπολιτική καί η σπέκουλα για ακόμη μία φορά οργίασαν καί ενδεχομένως πέτυχαν τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης. Βέβαια, σε αυτό συνετέλεσε η ανάλγητη και συγχρόνως ηττοπαθής συμπεριφορά του κυρίου Βαρβιτσιώτη, ο οποίος θα έπρεπε να παραιτηθεί για τον ατυχή τρόπο που διαχειρίστηκε επικοινωνιακά το αποτροπιαστικό συμβάν.
 
   Χειρότερο όλων αυτών είναι πως η κοινωνία μας είναι δέσμια της προπαγάνδας, της αριστεράς ιδεοληψίας, των σειρήνων του λαϊκισμού καί της παντελούς  ελλείψεως ορθολογισμού. Η κομματική στειρότητα είναι τεράστια. Δεν έχει κανένα λυσιτελές σχέδιο ανασυγκροτήσεως της κοινωνίας και αναζητεί μεθοδεύσεις εξοντώσεως του αντιπάλου, ώστε να επιπλεύσει στο στερέωμα της εξουσίας. Ο δε λαός, παραμένει άβουλος  καί εισπράττει  αβασάνιστα  ό, τι του σερβίρουν. Τα συμπεράσματά του είναι υποβολιμαία και ταυτοχρόνως προσπαθεί να εκδικηθεί το κράτος για τα δικά του σφάλματα. Για αυτόν δεν έχει σημασία αν οι λιμενικοί ενδεχομένως είναι αθώοι. Είναι στιγματισμένοι επειδή είναι ένστολοι. Θα πρέπει να είναι κοινωνοί διαφυλετικού μίσους ή νεοναζί επειδή κάποτε ένα υψηλόβαθμο στέλεχος της αστυνομίας δήλωσε για τους μετανάστες ότι ''πρέπει να τους κάνουμε το βίο αβίωτο''. Έτσι προστάζουν τα ''αυτιστικά'' κελεύσματα της αριστεράς, άρα έτσι θα πρέπει να είναι. Δυστυχώς, ο φονταμενταλισμός της μίας πλευράς είναι ακατανίκητος.
 
   Υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, είναι πασιφανές ότι η κοινή γνώμη είναι χειραγωγούμενη. Εφόσον κανένα γεγονός δεν υπόκειται σε λογική επεξεργασία και υιοθετείται αδιάψευστά, είναι αναμενόμενο το εκλογικό σώμα να παραμένει όμηρο σε ανύπαρκτα κοινωνικά και πολιτικά διλήμματα και συγχρόνως να αποτελεί την βορά επιβιώσεως του κάθε πολιτικάντη. Ο ηθικός ξεπεσμός και η καταστρατήγηση κάθε δημοκρατικής διαδικασίας  είναι γεγονότα αναντίλεκτα και προοικονομούν ακόμη πιο ζοφερές ημέρες.
 
  Εν τέλει, ας υπάρξει αντιπαράθεση. Ας υπάρξει και αναίμακτη πολιτική εξόντωση. Ίσως με αυτόν τον τρόπο να προκύψει εξουδετέρωση και εξυγίανση. Όχι όμως με το αίμα αθώων ανθρώπων. Κοινωνία που καπηλεύεται τη μνήμη των νεκρών της για να εξυπηρετήσει σκοπιμότητες, είναι κοινωνία θηρίων.

 

Δεν είναι ώρα για εκλογές.

Του Μάριου Μπρούσκου Στυλιανόπουλου.
 
Με το  νέο έτος και τους βραδείς ρυθμούς αναπροσαρμογής και  εξυγιάνσεως της χώρας, ενισχύεται η άποψη πως οι πρόωρες εκλογές καθίστανται αναγκαίες. Όλο και περισσότεροι Έλληνες θεωρούν ότι μία προσφυγή στις κάλπες θα επιφέρει έναν γόνιμο πολιτικό ανασχηματισμό, ο οποίος θα επιλύσει τα προβλήματα του τόπου και θα αναδιαπραγματευτεί το μνημόνιο με λιγότερο επονείδιστους όρους. Μέσα σε αυτή την μερίδα λαού και πολιτικών, υπάρχουν και ορισμένοι νοσταλγοί της δραχμής, οι οποίοι υποπίπτοντας στο ολέθριο παρόραμα συγκρίσεως των δύο νομισμάτων σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, εκτιμούν ότι μία έξοδος από την Ευρωζώνη θα ήταν ωφέλιμη και το επίπεδο ευημερίας του ελληνικού λαού θα επέστρεφε σε επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας.
 
Αναμφισβήτητα, η χώρα μας εξακολουθεί και παρουσιάζει την παθογένεια του παρελθόντος, αφού δεν έχουν ανασχεθεί οι θνησιγενείς πολιτικές που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια. Ο δημόσιος τομέας παραμένει υπερτροφικός και δυσλειτουργικός, η επιχειρηματική εξωστρέφεια είναι ελάχιστη, η απουσία σταθερότητας στο φορολογικό σύστημα δυσχεραίνει σημαντικά την ανάληψη επενδύσεων και πολλοί τομείς της κοινωνίας, όπως η παιδεία και η υγεία, χρίζουν άμεσης αναβαθμίσεως. Φυσικά, όλα αυτά δεν μπορούν να διορθωθούν εν μία νυκτί καί η διάχυση των θετικών αποτελεσμάτων μόνο όψιμη μπορεί να είναι. 
 
Ωστόσο, επικρατεί κλίμα δυσπιστίας και αβεβαιότητας, σημαντική μερίδα του λαού δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην λιτότητα μιας και είχε μάθει να ζει σε μία ''φυσαλίδα'' πλασματικής και δανεικής ευημερίας  και ως εκ τούτου αντιδρά. Εχθρεύεται το τρέχον πολιτικό σύστημα, θέλει να δει τους πολιτικούς φυλακή, εκδηλώνει απαξίωση απέναντι σε κάθε μορφή πολιτικής ή απόπειρα εξορθολογισμού της παράνοιας του παρελθόντος και εκτιμά πως οι εκλογές θα δώσουν μία νέα πνοή στον τόπο. Βέβαια, όλα αυτά συνιστούν μία αφηρημένη παρόρμηση, η οποία στερείται κάθε λογικής επεξεργασίας καί τροφοδοτεί μόνο μία πρόσκαιρη επιθυμία εξόδου από ατομικές δυσχέρειες. Για αυτό καί πολλοί άνθρωποι ενδίδουν στις σειρήνες του λαϊκισμού, πιστεύουν αλυσιτελείς προτάσεις καί αναζητούν την εθνική λύτρωση σε μαθητευόμενους μάγους, οι οποίοι ίσως αναδειχθούν από την πρόωρη διενέργεια εκλογών.
 
Τη δεδομένη χρονική περίοδο,οι πρόωρες εκλογές θα ενίσχυαν την αποσταθεροποίηση της χώρας και η αγχώμαλη αναμέτρηση των κομμάτων θα πυροδοτούσε μία μορφή πολιτικής αναρχίας. Η χώρα διανύει μία κρίσιμη καμπή και έχει ανάγκη από κυβερνητική σταθερότητα μιάς και δεν υπάρχουν περιθώρια για πειραματισμούς. Επίσης, η πρόωρη διενέργεια εκλογών δεν ενδείκνυται από τη στιγμή που η Ελλάδα έχει αναλάβει την προεδρία της ΕΕ και είναι άκρως απαραίτητο να επιδειχθεί πολιτική σύμπνοια και σταθερότητα. Όμως, πέραν της αναγκαιότητας της περιόδου για πολιτική συσπείρωση, πρέπει να ολοκληρωθούν τα μέτρα σχετικά με τη δημοσιονομική προσαρμογή. 
Ο πρώτος στόχος του δημοσιονομικού πλεονάσματος, παρόλο που φαντάζει αμελητέος μπροστά στα θηριώδη προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία μας, όπως είναι η εκρηκτική ανεργία, είναι μία επιτυχία. Σημαίνει πως οι Έλληνες πέτυχαν κάτι μικρό αλλά σημαντικό, είτε μέσω περικοπών είτε μέσω άλλων θυσιών. Επιπροσθέτως, είναι σημαντικό να ολοκληρωθεί η τετραετία διότι υπό διαφορετικές συνθήκες η χώρα μας θα επανέλθει στο σημείο μηδέν καί όσοι στόχοι έχουν αναληφθεί, θα εγκαταλειφθούν. Ακόμη καί αν υπάρχουν κάποιες πιθανότητες να βρεθούμε μπροστά σε κάτι θετικό τα επόμενα χρόνια, αυτές θα ελαχιστοποιηθούν αν γίνει ανακοπή της τρέχουσας πορείας.
 
 Όμως, υπάρχει και ο αντίλογος. Σημαντικό μέρος του ελληνικού λαού υποφέρει, η ανεργία είναι υψηλή, οι μισθοί έχουν κατρακυλήσει σε επίπεδα που καθιστούν την επιβίωση δύσκολη και έχουν καταρρακώσει την ελπίδα και την αξιοπρέπεια των συμπολιτών μας, η φορολογία είναι άδικη καί πολλές φορές αβάσταχτη, δεν υπάρχει μία ενιαία και σταθερή φορολογική πολιτική, η παιδεία παραπαίει, το δημόσιο παραμένει δαιδαλώδες και γενικά δεν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η χώρα έχει τεθεί σε τροχιά ανακάμψεως. Αντικειμενικά, η γενική κατάσταση στην Ελλάδα δεν είναι καλή. Και όσο επικρατούν αντίξοες συνθήκες, ο λαός θα αναζητά μανιωδώς μεταβολή του πολιτικού σκηνικού. Η αλήθεια, όμως, είναι πως και πρόωρες εκλογές αν γίνουν, ακόμη και προκύψει ένας διαφορετικός κομματικός σχηματισμός, πάλι θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα τρέχοντα προβλήματα. Και η χώρα μας θα βρεθεί σε ακόμη πιο μειονεκτική θέση, διότι τα προβλήματα αυτά θα διογκώνονται όσο η πιθανή νέα κυβέρνηση θα χάνει χρόνο προκειμένου να τα διαχειριστεί, ιδίως αν είναι άπειρη.
 
Συνοψίζοντας, εκτιμώ πως το σενάριο των πρόωρων εκλογών δεν είναι αυτό που χρειάζεται η χώρα. Η βελτίωση των συνθηκών διαβιώσεως των Ελλήνων και ο εξευρωπαϊσμός της χώρας μας απαιτούν επιμονή, εργατικότητα και συλλογικότητα. Η αποτίναξη όλων των χρεωκοπημένων μοντέλων και των ιδεοληψιών που κατατρέχουν την κοινωνία μας είναι μία χρονοβόρος διαδικασία και στα πρώτα στάδια εφαρμογής της προξενεί αντιδράσεις, μιας και καθετί νέο ποτέ δεν αντιμετωπίζεται με συγκατάβαση. Αν ολοκληρωθεί η τετραετία και  αποδειχθεί πως η παρούσα κυβέρνηση δεν ανταποκρίθηκε στις ρεαλιστικές προσδοκίες του λαού, τότε σαφώς και  το εκλογικό σώμα θα πρέπει προβεί σε επανεκτίμηση και αναθεώρηση του πολιτικού γίγνεσθαι.
 

Η καλή και η κακή βία.

Του Μάριου Μπρούσκου Στυλιανόπουλου.
 
Τελικά υπάρχει καλή και κακή βία; Η θεωρία των δύο άκρων της βίας είναι υπαρκτή ή αποτελεί ένα στημένο πολιτικό παίγνιο που εξυπηρετεί τον λαϊκό διχασμό; Αν και η βία δεν διαχωρίζεται καί πρέπει να είναι καταδικαστέα από όπου και αν προέρχεται, η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα αποδεικνύει το ακριβώς αντίθετο.
 
Πριν από μερικούς μήνες, η κοινωνία μας βίωσε μία ανείπωτη τραγωδία. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και η εμπλοκή της Χρυσής Αυγής στην όλη υπόθεση, προξένησαν  τριγμούς. Όλοι θεωρήσαμε πως κινδυνεύει η κοινωνική ισορροπία καί η δημοκρατία. Επίσης, δεν είναι λίγοι εκείνοι που φοβήθηκαν μία ενδεχόμενη κατάλυση του πολιτεύματος κατόπιν ενός νέου στρατιωτικού πραξικοπήματος. Τα ΜΜΕ καπηλεύτηκαν τη δολοφονία του συνανθρώπου μας, έσπειραν τον τρόμο, καταδίκασαν τη Χρυσή Αυγή παρακάμπτοντας το έργο της δικαιοσύνης και όταν έγιναν οι απαιτούμενες προσαγωγές, ο πρωθυπουργός δήλωνε από τις ΗΠΑ πως εξαρθρώθηκε το φρικαλέο τέρας του νεοναζισμού.
 
 Ύστερα από την ειδεχθή δολοφονία του Φύσσα και τα ανατριχιαστικά ευρήματα για την έκνομη δράση ενός νομίμως εκλεγμένου κόμματος, ήρθε η εν ψυχρώ δολοφονία δύο νεαρών μελών της Χρυσής Αυγής, πιθανότατα από σκνιπαίες δυνάμεις της ακροαριστεράς. Οι ένοχοι ακόμη αναζητώνται, τα ΜΜΕ δεν αφιέρωσαν τον ίδιο χρόνο που αφιέρωσαν για τη δολοφονία του Φύσσα, κανένας πρωθυπουργός δεν εξήγγειλε δηλώσεις, δεν διοργανώθηκαν συλλαλητήρια καί μεγαλόσχημος δημοσιογράφος σε κεντρικό δελτίο ειδήσεων, με αφορμή τη δολοφονία των νεαρών μελών της Χρυσής Αυγής, χαρακτηριστικά είπε: ''Θα μπορούσαν να είχαν σκοτωθεί άνθρωποι στο χώρο και την ώρα που έπεσαν οι πυροβολισμοί''. Προφανώς, για κάποιους δημοσιογράφους που εξυπηρετούν τις ανάγκες των media, τα δύο νεκρά παιδιά δεν ήταν άνθρωποι. Επειδή ήταν μέλη της οργανώσεως που νωρίτερα κατηγορήθηκε για μία δολοφονία, τάγματα εφόδου και άλλα παρόμοια, έπρεπε να πληρώσουν με το αίμα τους. Πήγαιναν γυρεύοντας.
   
Σήμερα, αφού προηγήθηκαν όλα αυτά τα αποτρόπαια για την χώρα μας γεγονότα, ο μεγαλύτερος τρομοκράτης της Ελλάδος, ο Χριστόδουλος Ξηρός, καταδικασθείς για τους περισσότερες δολοφονίες, ληστείες και κλοπή πολεμικού υλικού, αγνοείται. Αγνοείται διότι η ελληνική δικαιοσύνη του χορήγησε άδεια εννέα ημερών και φυσικά πίστεψε πως όταν επέλθει το πέρας της, ο τρομοκράτης θα επιστρέψει και πάλι στη φυλακή. Η ελληνική δικαιοσύνη βασίστηκε στην εμπιστοσύνη που αποπνέει το όνομα ενός δολοφόνου. Έναν κατά συρροή δολοφόνο, ψυχρό εκτελεστή και επικίνδυνο για όλη την κοινωνία, στον οποίο δεν τοποθέτησαν καν ένα ηλεκτρονικό περικάρπιο εντοπισμού.
 
Φυσικά, τα ΜΜΕ δεν γιγάντωσαν το γεγονός. Η κυβέρνηση τηρεί ήπιους τόνους μιάς και διαχειρίζεται την προεδρία της ΕΕ. Μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας δεν θεωρεί τον Ξηρό επικίνδυνο τρομοκράτη, αλλά επαναστάτη. Αγωνιστή για την αναμόρφωση της κοινωνίας και την εξυγίανση του σηψαιμικού κατεστημένου. Η κοινωνία δε φαίνεται να είναι περιπλεγμένη στα δίχτυα του τρόμου, που ένας τρομοκράτης κυκλοφορεί ασύλληπτος και ανά πάσα στιγμή μπορεί να πυροδοτήσει έναν εκρηκτικό μηχανισμό, να σκοτώσει ή να εκβιάσει. Τώρα το πολίτευμα δεν κινδυνεύει να ανατραπεί και το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης είναι στραμμένο σε άλλα θέματα. Ακόμη και αν ο Ξηρός διαπράξει νέο έγκλημα, πολλοί θα σπεύσουν να τον δικαιολογήσουν ως δράστη της ''καλής'' κοινωνικής βίας, ως άνθρωπο υψηλού επαναστατικού φρονήματος που μάχεται για την ελευθερία και την αποτίναξη του ''ζυγού''. Άλλωστε, το έκανε με προκλητικά αήθη τρόπο ο συνήγορός του.
   
Βέβαια, κάθε βία που προέρχεται από τα αριστερά άκρα απολαμβάνει ευνοϊκής μεταχειρίσεως. Το βιώσαμε με τους εμπρησμούς και τις στυγερές ανθρωποκτονίες στη Μarfin, το αντιμετωπίζουμε επί καθημερινής βάσεως όταν αναρχικές μειοψηφίες καταλαμβάνουν τα πανεπιστήμια, βανδαλίζουν καταστήματα, φυλακίζουν καθηγητές πανεπιστημίων στα γραφεία τους χτίζοντας τις πόρτες με τούβλα, όταν καταλύουν θεσμούς καί αξίες και οποτεδήποτε αποφασίζουν να αθεσμοπραγήσουν ως ένδειξη διαμαρτυρίας στο κράτος και στο αδηφάγο ''θηρίο'' του καπιταλισμού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, όπου διαπράττεται καταπάτηση των νόμων και η κοινωνία παραδίδεται στο χάος, ουδείς μιλά.
   
Από όλα τα ανωτέρω, κάθε εχέφρων άνθρωπος μπορεί να καταλάβει πως αφενός η βία είναι ίδια από όπου και αν προέρχεται και αφετέρου ότι η κοινωνία μας τηρεί επιλεκτική στάση απέναντί της. Σιωπηλά προσυπογράφει τη βία των αναρχικών και ακροαριστερών συνιστωσών και την αποκαλεί επαναστατική αντίδραση στη δράση του κράτους. Τα ΜΜΕ και οι εκάστοτε κυβερνήσεις επιδεικνύουν παρόμοια στάση καί αγόγγυστα υπομένουν κάθε αποτροπιαστική ενέργεια που προέρχεται από τις ''επαναστατικές'' συνιστώσες. Καί είναι σαφές πως όσο πρυτανεύει αυτός ο παραλογισμός, η κοινωνία μας θα παραμένει αλυσοδεμένη στο άρμα της απαξιώσεως, της διαπλοκής και του διχασμού.

Η υποκρισία των 25 ευρώ.

Του Μάριου Μπρούσκου Στυλιανόπουλου.
Από τη δίνη του επαίσχυντου λαϊκισμού δεν θα μπορούσε να λείψει η τροπολογία περί του εισιτηρίου των 25 ευρώ στα δημόσια νοσοκομεία. Και πως θα μπορούσε άλλωστε, όταν οτιδήποτε προτείνεται και εφαρμόζεται αποτελεί αντικείμενο εκμεταλλεύσεως από τα media, την αντιπολίτευση καί ορισμένους κακόβουλους, ώστε να προωθηθούν σκοπιμότητες άσχετες ως προς το συμφέρον των πολιτών; Και το ερώτημα που ευλόγως γεννάται, είναι αν πρέπει ή όχι να υπάρχει κόστος εισόδου στα δημόσια νοσοκομεία και τι στόχους μπορεί να πετύχει.
 
Η δημόσια υγεία είναι αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα κάθε πολίτη και ταυτοχρόνως αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο ενός κοινωνικού κράτους. Ωστόσο, η χρήση του όρου ''δωρεάν'' είναι παραπλανητική, διότι οποιαδήποτε κρατική παροχή, ακόμη και στο πιο ακραιφνώς σοσιαλιστικό κράτος, αποτελεί δαπάνη των πολιτών του. Επομένως, η επιβολή ενός ελάχιστου κόστους εισαγωγής για νοσηλεία θεωρείται δικαιολογημένη.
 
Αυτό που θα πρέπει να μας απασχολήσει δεν είναι το εισιτήριο των 25 ευρώ, αλλά οι στόχοι που θα επιτευχθούν μέσω αυτού. Αρχικά, η τιμή των 25 ευρώ είναι αποτρεπτική για όσους επισκέπτονται τα δημόσια νοσοκομεία για ψύλλου πήδημα. Πράγματι, ένα μεγάλο μέρος πολιτών επισκέπτεται τα δημόσια νοσοκομεία άνευ λόγου και αιτίας και ως εκ τούτου παρακωλύει τη λειτουργία τους και την παροχή υπηρεσιών προς τους έχοντες ουσιαστική ανάγκη. Δεύτερον, μέσω του εισιτηρίου των 25 ευρώ μπορούν να συγκεντρωθούν έσοδα με σκοπό την αναδιάρθρωση του συστήματος υγείας, τη χρηματοδότηση σύγχρονου ιατρικού εξοπλισμού και κυρίως την βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Τρίτον, συνέπεια των ανωτέρω θα είναι η μείωση του συνωστισμού  και η ταχύτερη εξυπηρέτηση των ασθενών.
 
Στον αντίποδα, υπάρχουν όλοι εκείνοι που καταδικάζουν το μέτρο, θεωρώντας το ανήθικο, απάνθρωπο και αισχρό. Βέβαια, είναι άξιον απορίας γιατί δεν συνέβαινε το ίδιο όταν η πλειοψηφία των ιατρών εκβίαζε τους ασθενείς απαιτώντας ''φακελλάκια'', όταν οι δαπάνες υγείας αυξήθηκαν κατά 3 δις ευρώ επί Υπουργείας Αβραμόπουλου, όταν οι νοσοκομειακοί προέβαιναν σε παράνομες απεργίες, όταν ζητούσες ασθενοφόρο και ουδέποτε ερχόταν, όταν οι ιατροί δεν εξέδιδαν αποδείξεις στα ιατρεία τους ή στις κατ'οίκων επισκέψεις; Αναλογίστηκε κανείς το κοινωνικό κόστος όλων αυτών των εγκληματικών ενεργειών που συνιστούν όνειδος για τον πολιτισμό μας και τη δημοκρατία μας; Γιατί τότε κανείς δεν διαμαρτύρονταν, ασθενής ή ιατρός, αλλά σιωπηλώς και αγογγύστως συντηρούσε αυτό το σηψαιμικό και σαθρό κατεστημένο;
 
Η απάντηση είναι απλή. Η αντίδραση έχει προκύψει διότι η χώρα μας βιώνει μία βίαιη προσαρμογή στην φυσική πραγματικότητα. Η αναδιάρθρωση του κοστοβόρου δημοσίου τομέα, η πάταξη των αυθαιρεσιών, η σύλληψη των κρατικοδίαιτων απατεώνων και η επιτακτική ανάγκη να εφαρμοσθούν πολιτικές του Δυτικού Κόσμου, προσκρούουν στις πεπαλαιωμένες και παρασιτικές συνήθειες του παρελθόντος. Οι Έλληνες καλούνται να γίνουν υπεύθυνοι πολίτες, νομοταγείς και να αποκτήσουν ηθική και αστική συνείδηση. Κάτι τέτοιο είναι επίπονο και χρονοβόρο και συχνά θα προκαλεί αντιδράσεις. Το πρόβλημα δεν είναι τα 25 ευρώ, αλλά η προώθηση της μεταβολής νοοτροπίας.
 
Εν τέλει, η αποτελεσματικότητα του μέτρου θα αποδειχθεί συν τω χρόνω. Αν επιτευχθεί ορθολογική διαχείριση των εσόδων και καταπολεμηθούν οι ατασθαλίες και οι χρηματισμοί, η χώρα μας θα μπορέσει να αποκτήσει άριστες υποδομές δημόσιας υγείας. Άλλωστε, διαθέτει ικανότατο και αρτίως καταρτισμένο δυναμικό ιατρών και νοσηλευτών.
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr