Menu

 

logoidea

Μάριος Μπρούσκος-Στυλιανόπουλος

Μάριος Μπρούσκος-Στυλιανόπουλος

Γεννήθηκα το 1986 στην Αθήνα.Σπούδασα Οικονομικά στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και παράλληλα εργάστηκα στο χώρο του εμπορίου .Το 2012 θέλησα  να βάλω περισσότερη τάξη στη ζωή μου..και  μπήκα στην Ακαδημία του Εμπορικού Ναυτικού Ασπροπύργου, στη Σχολή Πλοιάρχων όπου συνεχίζω τις σπουδές μου.  Μ΄ ενδιαφέρουν οι θετικές επιστήμες και ιδιαίτερα η αστροφυσική . Θα ήθελα να υπάρχει γύρω μου ένας  πιο "αρμονικός"κόσμος και γι΄αυτό ασχολούμαι με την αρχαία ελληνική γραμματεία,το γραμμικό σχέδιο και τη μουσική. Μ΄ αρέσει  να βλέπω τη ζωή  με διαφορετικό μάτι  . Τον ελεύθερό  χρόνο μου ασχολούμαι με το διάβασμα,τη γυμναστική και τις πολεμικές τέχνες. Γράφω  κείμενα γιατί αισθάνομαι την ανάγκη να  εκφραστώ. 

Δεν αρκεί η διαγραφή των "αιώνιων" φοιτητών.

Toυ Μάριου Μπρούσκου Στυλιανόπουλου.
 
Ο  όρος ''αιώνιος φοιτητής'' μάλλον θα πρέπει να αποτελεί ελληνική καινοτομία. Ωστόσο, δεν χαρακτηρίζει μονάχα τους φοιτητές που είναι εγγεγραμμένοι σε κάποια σχολή, χρωστούν μαθήματα καί δεν έχουν λάβει πτυχίο ενώ έχουν παρέλθει πολλά χρόνια πέραν της τετραετίας. Ο ''αιώνιος φοιτητής'' αποτελεί αντανάκλαση ενός αποσαρθρωμένου, οπισθοδρομικού καί πρόχειρου ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο αρνείται πεισματικά να εκσυγχρονιστεί, παράγει πτυχιούχους κατά τύχη καί χαρακτηρίζεται από σημαντική διαφθορά.
   Αρχικά, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τους ''αιώνιους φοιτητές'' υπεύθυνους για την παρακμή των ελληνικών πανεπιστημίων. Οι περισσότεροι ''αιώνιοι φοιτητές'' είναι απότοκος ενός αντιπαιδαγωγικού, αναποτελεσματικού καί κομματικοποιημένου εκπαιδευτικού συστήματος, το οποίο μέσω των κομματικών παρατάξεων, των ''φοιτητοπατέρων'' καί των υποσχέσεων για διορισμούς κατέληξε να μην υπηρετεί ούτε την γνώση ούτε την ανάγκη για στελέχωση της αγοράς, αλλά αποκλειστικώς την συντήρηση της στρατιάς των ψηφοφόρων. Αρωγός σε αυτό το εγχείρημα υπήρξαν τα διάφορα δέλεαρ που εμπορεύονταν οι ''παλαιοί'' με σκοπό να παρασύρουν τους άβγαλτους φοιτητές στα μπουζούκια, τα clubs καί την ξέφρενη διασκέδαση. Βέβαια, αυτό ήταν μόνο η αρχή. Οι υποσχέσεις για βοήθεια στα μαθήματα με δηλώσεις όπως ''αυτός ο καθηγητής είναι δικός μας'' ή ''θα περάσεις το μάθημα ακόμη καί αν δεν το δώσεις'' (ίσχυε για τα μεγαλοστελέχη) συνέθεταν ένα σκηνικό δυσοδίας, αναξιοκρατίας καί χυδαιότητας.
   Πολλοί καθηγητές ήταν θετικώς προσκείμενοι σε αυτή την κατάσταση. Τους συνέφερε. Εργάζονταν λιγότερο, εξυπηρετούσαν συμφέροντα, ασκούσαν συνδικαλιστική εξουσία καί είχαν μετατρέψει το πανεπιστήμιο σε τσιφλίκι τους. Τα πρόσφατα έκτροπα με το ΕΚΠΑ καί το ΑΠΘ, τα οποία κυριολεκτικώς διαπόμπευσαν διεθνώς τη χώρα μας, είναι αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ενός σηψαιμικού καί ξεπεσμένου εκπαιδευτικού συστήματος. Ενός συστήματος που κοστίζει χρήματα στον Έλληνα φορολογούμενο, χρόνο καί τελικά δεν υπηρετεί το βασικό σκοπό για τον οποίο λειτουργεί.
   Θα πρέπει να σημειώσουμε πως καί οι φοιτητές, αν όχι όλοι, είναι θύματα αυτής της παράνοιας. Εισάγονται σε σχολές που δεν επέλεξαν μόνο καί μόνο επειδή ο νόμος της προσφοράς καί της ζητήσεως προκάλεσε θετικές ή αρνητικές διακυμάνσεις στις βάσεις. Άλλοι δεν εισάγονται στη σχολή της αρεσκείας τους όχι επειδή δεν διάβασαν, αλλά επειδή δεν έτυχαν της εκτιμήσεως κάποιου βαθμολογητή, ο οποίος αξιολόγησε τα γραπτά σύμφωνα με κριτήρια υποκειμενικότητας ή εμπάθειας. Ακόμη, είχαν αναφερθεί καί περιστατικά, μολονότι δεν μπορώ να επιβεβαιώσω την εγκυρότητά τους, όπου υπήρξε διαβλητότητα του συστήματος των πανελλαδικών εξετάσεων καί διέρρευσαν τα θέματα σε ορισμένους ''προνομιούχους'' υποψηφίους.
   Από την άλλη, όσοι πέτυχαν στη σχολή της αρεσκείας τους, σίγουρα αντίκρισαν μία κατάσταση κατώτερη των προσδοκιών τους. Βρώμικες αίθουσες, έλλειψη υλικοτεχνικών υποδομών, πανό με αναρχικά καί επαναστατικά συνθήματα, προπαγανδιστές της ταξικής πάλης καί των ''καλών'' κοινωνικών αγώνων, εκφοβισμούς, αδιαφορία, καταλήψεις, ουδεμία ηλεκτρονική διακυβέρνηση καί διόλου σύγχρονες μεθόδους εκπαιδεύσεως. Ακόμη είμαστε στην εποχή της κιμωλίας. Τα περισσότερα πανεπιστήμια αντί επιτελούν το ρόλο του παραγωγού δυναμικής γνώσεως, έρευνας, καινοτομίας καί εξυψώσεως της πνευματικότητας, είναι χώροι που θυμίζουν εγκαταλελειμμένα ορφανοτροφεία ταινιών τρόμου.
   Σήμερα, ενώ αυτή η κατάσταση παραμένει λιμνάζουσα, μαθαίνουμε ότι υπάρχουν 180000 ''αιώνιοι φοιτητές'' από τους οποίους θα διαγραφούν τον Ιούνιο όσοι εισήχθησαν προ του 2006 καί δεν ολοκληρώσουν έως τότε την προσπάθειά τους για την απόκτηση πτυχίου. Ναί, αναμφισβήτητα πρέπει να τελειώσει αυτή η παρωδία. Πολλοί από αυτούς τους φοιτητές δεν έχουν διάθεση να πάρουν πτυχίο καί συνεχίζουν να καλύπτουν τη θέση εκείνων που θέλουν να σπουδάσουν. Αυτή η απροθυμία δεν σχετίζεται απαραιτήτως ούτε με μαθησιακή δυσκολία ούτε με έλλειψη χρόνου λόγω εργασίας. Απλώς, κάποιοι φοιτητές πέτυχαν σε μία σχολή κατά τύχη, το αντικείμενο δεν τους ενδιαφέρει καί αραιά καί που δίνουν καί κανένα μάθημα για να αποφύγουν την επίκριση του κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Αν λάβουμε υπ' όψιν πως δεν υπάρχει διασύνδεση της αγοράς με τα περισσότερα αντικείμενα σπουδών ή τα διάφορα τμήματα ''εμπνεύσεις'' που διεκπεραιώνουν το ρόλο του φυτωρίου διορισμών, τότε εκμηδενίζεται η οποιαδήποτε διάθεση του φοιτητή να πάψει να τιτλοφορείται ως ''αιώνιος''.  Όμως, οι περισσότεροι ''αιώνιοι φοιτητές'' βολεύτηκαν με αυτή την κατάσταση. Η χρόνια απροθυμία του κράτους να οργανώσει τα πανεπιστήμια, να ενοποιήσει ορισμένες σχολές, να αλλάξει τον τρόπο διοικήσεως καί να παράσχει κίνητρα στους φοιτητές, δημιούργησε μαζική αποστροφή προς τον ίδιο το θεσμό του πανεπιστημίου.
   Η διαγραφή των ''αιωνίων φοιτητών'' είναι μία καλή πρόταση, ωστόσο μπορεί να δημιουργήσει αδικίες καί να βλάψει ορισμένους φοιτητές που δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους για λόγους που δεν σχετίζονται με αδιαφορία. Συνεπώς, η αλλαγή δεν προϋποθέτει μόνο καλές προτάσεις καί εύκολες λύσεις. Δεν προϋποθέτει διάγνωση του προβλήματος καί επίλυσή του μέσω επιδερμικής θεραπείας του συμπτώματος. Καί δυστυχώς, οι ''αιώνιοι φοιτητές'' είναι το σύμπτωμα καί όχι η ασθένεια.  
   Η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει προοδευτικά με την αλλαγή στον τρόπο εισαγωγής στα πανεπιστήμια, με την ενοποίηση ορισμένων σχολών που δεν εξυπηρετούν κανένα λειτουργικό ή χωροθετικό σκοπό, με την θέσπιση ανωτάτου ορίου απουσιών ανά εξάμηνο καί ελάχιστο αριθμό χρεωστούμενων μαθημάτων, με την εξέταση των μαθημάτων μέσω εργασιών καί όχι της στείρας αποστηθίσεως, με τη συμμετοχή των ιδιωτικών επιχειρήσεων στα πανεπιστήμια καί με την αναθεώρηση των μεθόδων διδασκαλίας. Τέτοιου είδους ενέργειες θα αυξήσουν το ενδιαφέρον των φοιτητών για γνώση καί δημιουργικότητα, θα ενθαρρύνουν την διάθεση για συλλογικότητα, θα επιτύχουν μεγαλύτερη κατάρτιση καί κυρίως θα συσπειρώσουν εκείνους τους φοιτητές που συνειδητά βρίσκονται στο πανεπιστήμιο.
   Καί με τους φοιτητές που παραμένουν ''αιώνιοι''; Με εκείνους τι θα γίνει; Η καλύτερη λύση είναι να διαγραφούν όσοι δεν έχουν δώσει κανένα μάθημα για τουλάχιστον τρία συναπτά έτη καί το σύνολο των χρεωστούμενων μαθημάτων υπερβαίνει το 25% του συνολικού αριθμού μαθημάτων. Βεβαίως, ακόμη καλύτερα θα ήταν οι ίδιοι οι ''αιώνιοι'' φοιτητές να ειδοποιηθούν καί εντός κάποιας προθεσμίας να αποφασίσουν συνειδητώς καί υπευθύνως για το αν είναι διατεθειμένοι να συνεχίσουν τις σπουδές τους υπό τις νέες προϋποθέσεις. Κάτι τέτοιο θα ήταν αναγκαίο προκειμένου να αρχίσει η απόδοση ευθύνης όχι σε μία αόριστη συλλογική βάση αλλά στο κάθε άτομο.
   Εν τέλει, είναι βαρύνουσας σημασίας ο εκσυγχρονισμός του θεσμού του πανεπιστημίου όχι μόνο σε επίπεδο διοικήσεως ή παροχής γνώσεων, αλλά καί σε επίπεδο ευρύτερης αντιλήψεως από την πλευρά της κοινωνίας. Θα πρέπει να αναλογιστούμε αν θέλουμε στατικά καί απαρχαιωμένα πανεπιστήμια που λειτουργούν ως φυτώρια ανέργων καί ''αιωνίων'' σπουδαστών ή πανεπιστήμια που θα εκκολάπτουν δημιουργικούς καί πνευματικούς ανθρώπους, μελλοντικούς ταγούς της κοινωνίας. Ένα πτυχίο δεν έχει την παραμικρή αξία αν δεν συνοδεύεται από πνευματικότητα, εξέλιξη καί μεταβολή της νοοτροπίας του κατόχου του.
 

Ποιος φοβάται το σύμφωνο συμβίωσης;

 Του Μάριου Μπρούσκου Στυλιανόπουλου.
 
Ένα από τα επίκαιρα θέματα  είναι το σύμφωνο συμβιώσεως των ομοφυλοφίλων καί το αν εκείνοι θα πρέπει ή όχι να έχουν δικαίωμα στην υιοθεσία. Πρόκειται για ένα ζήτημα που αντιμετωπίζεται με κωλυσιεργία, ραθυμία, φοβικότητα καί προκατάληψη. Συγχρόνως, καταδεικνύει την ανεπάρκεια καί την ανωριμότητα της κοινωνίας μας να αποφανθεί για θέματα που άλλες χώρες έχουν ρυθμίσει εδώ καί πολλά χρόνια καί μάλιστα άνευ σημαντικών αντιδράσεων. Ωστόσο, το σύμφωνο συμβιώσεως καί η υιοθεσία είναι δύο σύνθετα θέματα, τα οποία δεν μπορούν να αξιολογηθούν υπό την ίδια βάση.
   
Ο σεξουαλικός προσανατολισμός κάθε προσώπου αποτελεί στοιχείο της ταυτότητάς του και σχετίζεται με την εγγενή αξιοπρέπεια και αξία που έχει κάθε άνθρωπος. Βάσει αυτής της θεμελιώδους αρχής, οι ομοφυλόφιλοι θα πρέπει να έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν ολόκληρο το φάσμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφού εκείνα απορρέουν από την ισότιμη αξία όλων των ανθρώπων καί όχι από τον γενετήσιο προσανατολσμό. Η άρνηση στο δικαίωμα συνάψεως συμφώνου συμβιώσεως των ομοφυλοφίλων αντιβαίνει σε διατάξεις της Οικουμενικής Διακηρύξεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καί παράγει εμφανείς διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων. Επιπροσθέτως, καθιστά επιλεκτική την ένταξη των ομοφυλοφίλων στην κοινωνία καί δημιουργεί έκδηλες ανισότητες, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούν κοινωνική περιθωριοποίηση, απαξίωση καί αντικοινωνικότητα.
 
   Η Ελλάδα, αν καί χώρα της ΕΕ, εμμένει στο να μην εφαρμόζει τις οδηγίες που λαμβάνει, υποχρεώνεται σε πρόστιμα καί κυρίως παραμένει δέσμια σε οπισθοδρομικές προκαταλήψεις που προέρχονται από την συμμετοχή της Εκκλησίας στον πολιτικό βίο. Η άρρηκτη σχέση Κράτους καί Εκκλησίας κλιμακώνεται μέσω εκβιασμών καί αφορισμών, οι οποίες διαστρέφουν τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, ''πολτοποιούν'' τα ανθρώπινα δικαιώματα καί συγχρόνως εξακοντίζουν στο Μεσαίωνα μία κοινωνία που χρήζει άμεσου εκσυγχρονισμού. Ακόμη, η συνδιαμόρφωση των νόμων από τη συμμετοχή της Εκκλησίας υποδηλώνει πως το πολιτικό μας σύστημα είναι υπόδουλο στη θεοκρατία, τον σκοταδισμό καί τις αφηρημένες υποκειμενικές πεποιθήσεις, οι οποίες ουδεμία σχέση έχουν με την ρεαλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας.
 
   Όσον αφορά στο θέμα της υιοθεσίας, το οποίο ευθέως προκύπτει από την αποδοχή του συμφώνου συμβιώσεως, δημιουργούνται επιπλοκές. Καταρχάς, θα πρέπει να έχουμε υπ΄όψιν μας πως κάθε μορφή υιοθεσίας θα πρέπει να αποβλέπει στη μεγιστοποίηση του συμφέροντος του παιδιού. Το δικαίωμα υιοθεσίας ασκείται όχι μόνο για να αποκτήσουν παιδιά εκείνοι που δεν δύνανται να τεκνοποιήσουν αλλά καί για να αποκτήσουν ένα σταθερό οικογενειακό περιβάλλον παιδιά που είναι καταδικασμένα να μεγαλώσουν είτε εγκαταλελειμμένα είτε σε ιδρύματα. Πρωτίστως, η άσκηση του δικαιώματος υιοθεσίας θα πρέπει να αποβλέπει στη μεγιστοποίηση του οφέλους του παιδιού, ώστε να μεγαλώσει σε σταθερό οικογενειακό περιβάλλον, με αγάπη, στοργή, αξίες, υγιή πρότυπα καί να ενταχθεί ομαλώς στην κοινωνία καί όχι στην πιθανή ανάγκη ορισμένων ανθρώπων να ικανοποιήσουν τον εγωισμό τους λόγω αδυναμίας προσβάσεως στη μητρότητα ή την μετέλευση του ίδιου του θεσμού για να προωθήσουν κοινωνικούς αγώνες. Θα ήταν ανήθικο  να χρησιμοποιηθεί μία κοινωνική ομάδα (εν προκειμένω τα παιδιά) χωρίς την συγκατάθεσή της, προκειμένου να διεκδικήσει μία άλλη κοινωνική ομάδα (εν προκειμένω οι ομοφυλόφιλοι) δικαιώματα. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να βλάψει ανεπανόρθωτα τα παιδιά αλλά καί την ίδια την κοινωνία.
 
   Η βασικότερη ένσταση κατά της υιοθεσίας παιδιών από ομοφυλόφιλους έγκειται στην απουσία του μητρικού ή του πατρικού προτύπου. Όσο καί αν υπάρχει τάση εκμηδενισμού της επιρροής τους, η συμπληρωματικότητα των έτερων φύλων είναι καθοριστική για την διαμόρφωση μίας υγιούς καί ολοκληρωμένης προσωπικότητος του παιδιού. Βέβαια, στο σημείο αυτό κάποιος θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί με το επιχείρημα περί των μονογονεϊκών οικογενειών ή των άγαμων ανδρών ή θυγατέρων που δικαιούνται να υιοθετούν παιδιά. Είναι ένα λογικό επιχείρημα, ωστόσο υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ αυτών των συνθηκών μιάς καί στην περίπτωση των ομοφυλοφίλων έχουμε δημιουργία εξαναγκασμένων προτύπων. Επίσης, είναι εντελώς διαφορετικό να μεγαλώνει ένα παιδί με τον θετό του πατέρα, ο οποίος ενδεχομένως να συνάψει ετεροφυλόφιλη σχέση καί το παιδί να εκτεθεί στη λήψη του μητρικού προτύπου από το να μεγαλώνει με δύο ομοφυλόφιλους άνδρες. Στην περίπτωση αυτή ελαχιστοποιείται η έκθεση σε μητρικό πρότυπο καί το παιδί αποξενώνεται για δεύτερη φορά από τον φυσικό του γεννήτορα, που είναι η γυναίκα.
 
   Πέραν αυτού, η ομοφυλοφιλία δεν είναι ο κανόνας στη φύση, αλλά η εξαίρεση. Εκχωρώντας το δικαίωμα υιοθεσίας στους ομοφυλόφιλους, μετασχηματίζουμε την εξαίρεση σε κανόνα καί διαμορφώνουμε δυνάμεις αποσταθεροποιήσεως του θεμελιώδους πυρήνα της, κανόνας της οποίας είναι το ανδρόγυνο. Επιπροσθέτως, κάτι τέτοιο αντίκειται τόσο στην λειτουργικότητα μίας κοινωνίας αλλά καί στην μία από τις δύο έμφυτες ροπές του ανθρώπου, η οποία είναι η αναπαραγωγή. Μολονότι η ομοφυλοφιλία είναι κυρίως αποτέλεσμα φυσικής επιλογής, υπάρχουν καί περιπτώσεις που σχετίζεται με επίκτητες ψυχολογικές συμπεριφορές. Είναι συχνές οι περιπτώσεις όπου η εκδήλωση θηλυπρεπούς συμπεριφοράς ενός εφήβου μπορεί να είναι συνέπεια προσκολλήσεως στη μάνα απουσία πατέρα ή λόγω εκθέσεως σε άνδρες που φέρουν θηλυπρεπή συμπεριφορά. Δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι εκτός από τη γονιδιακή προδιάθεση, ένα παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του, ιδίως μέχρι την ηλικία των 12, επηρεάζεται σε τεράστιο βαθμό από το οικογενειακό του περιβάλλον. Πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ'όψιν η πιθανότητα να προκύψει συγκρουσιακή συνθήκη μεταξύ του πιθανού ετεροφυλοφιλικού προσανατολισμού του καί της αντίθετης σε αυτόν προβαλλόμενης κοινωνικής νόρμας. Σε αυτή την περίπτωση, το παιδί θα υποβληθεί σε αμφισβήτηση ταυτότητος. Ακόμη, θα πρέπει να σημειώσουμε πως η ηλικία μεταξύ 4 καί 6 θεωρείται φυσιολογική για την ανάπτυξη της παιδικής σεξουαλικότητας. Η περίοδος αυτή ολοκληρώνεται με τη ματαίωση της αιμομικτικής επιθυμίας και τη διεύρυνση της σεξουαλικότητας προς το εξωτερικό κοινωνικό περιβάλλον, προς την εξωγαμία. Η προσκόλληση σε ένα οικογενειακό πρότυπο ομοφυλοφιλίας μπορεί να έχει ως συνέπεια την αδυναμία ομαλής εκδηλώσεως της μεταγενέστερης σεξουαλικότητος καί τον πιθανό σχηματισμό νευρώσεων καί κίνδυνο αποτυχίας της διεργασίας της κοινωνικοποιήσεως.
 
   Ακόμη σημαντικότερο είναι το ζήτημα του κοινωνικού στιγματισμού καί των υπαινιγμών ότι ένα παιδί με ομοφυλόφιλους γονείς δεν μεγαλώνει υπό φυσιολογικές συνθήκες. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι η πλειοψηφία των συμμαθητών του θα έχει μητέρα καί πατέρα. Όμως, ο ίδιος δεν θα έχει. Θα έχει δύο άνδρες (ή δύο γυναίκες). Ποιός θα διαδραματίζει το ρόλο της μητρός καί του πατρός; Βέβαια, ρατσισμό βιώνουν τα παιδιά για πολλούς καί διάφορους λόγους, είτε λόγω της διαφορετικής τους εθνικότητος ή του χρώματός τους ή για το θρήσκευμά τους. Παρόμοια στιγματοποίηση μπορεί να υποστούν ακόμη καί αν οι γονείς τους είναι χωρισμένοι ή αλκοολικοί ή τα ίδια φέρουν κάποια αναπηρία. Καί σε αυτό το σημείο υπάρχει σαφής διαφορά. Η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να συμβιβαστεί με ένα τέτοιο πρότυπο οικογενείας καί το ίδιο το παιδί θα αντιμετωπίσει τεράστια περιθωριοποίηση καί χλευαστική συμπεριφορά. Ακόμη καί αν αμβλυνθεί αυτή η εγγενής τάση της κοινωνίας να απορρίπτει ή να αποδέχεται δυσχερώς οτιδήποτε αποκλίνει από το μέσο όρο, το παιδί με τους ομοφυλόφιλους γονείς, χωρίς να τους έχει επιλέξει, θα στερηθεί δια παντός το δικαίωμα να έχει πρόσβαση σε ένα από τα δύο γονεϊκά πρότυπα. Θα αναθρέφεται σαν να είναι ορφανό από τον ένα γονέα. Καί σε αυτή την περίπτωση καταστρατηγείται κατάφωρα το δικαίωμα ενός παιδιού να έχει μητέρα καί πατέρα, ενώ η κοινωνία είχε τη δυνατότητα να του το παράσχει αλλά δεν το έκανε.
 
   Ο αντίλογος είναι ισχυρός. Είναι πλείστα τα παραδείγματα παιδιών που έχουν μεγαλώσει με ομοφυλόφιλους γονείς καί δεν παρουσίασαν καμμία διαταραχή, ούτε στην προσωπικότητά τους ούτε στον σεξουαλικό τους προσανατολισμό. Όπως επίσης, είναι πάμπολλες οι περιπτώσεις παιδιών που μεγαλώνουν με ετεροφυλόφιλους γονείς καί εκτίθενται σε ενδοοικογενειακή βία, φτώχεια, εγκατάλειψη, αλκοολισμό, παιδεραστία καί πολλές άλλες εχθρικές συνθήκες. Υπό αυτή την οπτική, η σεξουαλική ταυτότητα των γονέων δεν υπερισχύει όλων εκείνων των δυσμενών παραγόντων στους οποίους μπορεί να εκτεθεί ένα παιδί.
 
   Η κοινωνία έχει μέλημα πρωτίστως να μεριμνήσει για το συμφέρον του παιδιού. Ακόμη καί αν οι ομοφυλόφιλοι που ζητούν δικαίωμα στην υιοθεσία μπορεί να είναι είς θέση να εκπληρώσουν όλες τις ανάγκες του παιδιού, όπως να του παράσχουν αγάπη, σταθερότητα, αξίες καί οικονομική ασφάλεια, μειονεκτούν έναντι των ετεροφυλόφιλων που είναι είς θέση να ικανοποιήσουν τις ίδιες ανάγκες. Επομένως, το ζήτημα της υιοθεσίας θα πρέπει να διαχωριστεί από το σύμφωνο συμβιώσεως καί να εξεταστεί με ιδιαίτερη προσοχή.
 

Θα ήταν επικίνδυνο να κυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ

Του Μάριου Μπρούσκου Στυλιανόπουλου.
 
 
Η κλιμάκωση της πολιτικής αντιπαραθέσεως, η υψηλή ανεργία, η εξοντωτική φορολογική πολιτική, το ασαφές καί διαρκώς μεταβαλλόμενο φορολογικό καί θεσμικό πλαίσιο καί η αποδυνάμωση του ιδιωτικού τομέα είς όφελος του δημοσίου, είναι μερικές από τις αιτίες που ωθούν πολύ κόσμο να εκδηλώνει δικαιολογημένη δυσπιστία καί δυσαρέσκεια απέναντι στην τρέχουσα κυβέρνηση καί να θεωρεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα προσφέρει λύσεις.Πράγματι, είναι μεγάλο το ποσοστό των ανθρώπων που έχουν στραφεί στην αντιπολίτευση, όχι επειδή πρόσκεινται στην Αριστερά, αλλά επειδή θέλουν να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό.Ίσως καί ως διάθεση τιμωρίας προς το σηψαιμικό κατεστημένο.Ωστόσο, υπάρχουν περιθώρια για πειραματισμούς; Θα μπορούσε ο ΣΥΡΖΑ να βελτιώσει τα πράγματα;
    
Μέχρι στιγμής,ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ένα άναρχο κόμμα, ιδεολογικώς ανερμάτιστο, επηρεαζόμενο από τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις καί τα κυβερητικά αβλεπτήματα καί επιχειρεί να αποκτήσει προεκλογικό έδαφος με μηχανορραφίες λαϊκισμού. Εκμεταλλεύεται την κοινωνική δυσαρέσκεια, την διάχυτη έλλειψη γνώσεως σχετικά με θέματα οικονομίας καί πολιτικής, εμπορεύεται φρούδες ελπίδες καί αποπροσανατολίζει την κοινή γνώμη.Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν έχει εκθέσει ούτε μία ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση για τη εθνική ανασυγκρότηση.Αντιθέτως,οι θέσεις του περιλαμβάνουν ένα σύνολο μέτρων υπέρ του δημοσίου,κατά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας καί επιχειρηματικότητας, κατά της εμπορικής εξωστρέφειας ,δηλαδή όλες εκείνες τις θνησιγενείς αιτίες της ελληνικής παρακμής.
   
Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε έδαφος πουλώντας ''αντιμνημόνιο''.Ο Τσίπρας δήλωνε με περίσσιο ζήλο πως θα σκίσει το μνημόνιο καί θα επαναφέρει τη χώρα στη δραχμή. Όταν επισκέφθηκε τις ΗΠΑ καί υποκλίθηκε στο ''μεγαλείο'' του καπιταλισμού,δήλωνε πως το ευρώ είναι το εθνικό μας νόμισμα.Επίσης, άλλα έλεγε στην Ελλάδα καί άλλα στο εξωτερικό. Δεν αναφέρω την αγένειά του καί τον κακοήθη σαρκασμό του απέναντι σε κορυφαίους πολιτικούς ηγέτες,μιάς καί κάθε πολιτικός ''νεανίας'' δικαιούται να κερδίζει,έστω καί άκομψα,τις αρχικές εντυπώσεις.Εν συνεχεία, όταν συνειδητοποίησε πως τον χλευάζει όλη η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποφάσισε να τηρήσει μία πιό μετριοπαθή καί φιλοευρωπαϊκή στάση.Λησμόνησε τα σκισίματα καί μίλησε περί επαναδιαπραγματεύσεως της δανειακής συμβάσεως. Όταν παρήλθε καί αυτή η έξαρση, μίλησε περί μονομερούς διαγραφής του χρέους καί στάσεως πληρωμών,ενώ συγχρόνως έταζε νέες προσλήψεις στο δημόσιο,δωρεάν ρεύμα σε χιλιάδες νοικοκυριά,εγκλεισμό στη φυλακή κάθε ξένου επενδυτή καί γενικά εκδήλωσε ένα πρωτοφανές παραλήρημα που αποτελεί όνειδος για την πολιτική σκηνή της χώρας μας.
   
Πέραν των συμπεριφορικών επαμφοτερισμών του Τσίπρα,ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κομματικό μόρφωμα που υποδαυλίζει επικίνδυνες κοινωνικές συνιστώσες.Η επιεικής στάση του απέναντι στους τρομοκράτες καί τους ''μπαχαλάκηδες'',τους οποίους αναγνωρίζει ως ''αγνωνιστές'',η υπόθλαψη καταλήψεων, οι δηλώσεις περί κοινωνικής επαναστάσεως, η διαρκής ρατσιστική του στάση απέναντι στα δικαιώματα των Ελλήνων,ο αφηρημένος ανθρωπισμός που εμπορεύεται, η πρόσφατη σπέκουλα με το τραγικό συμβάν στο Φαρμακονήσι, η αβάσταχτη ελαφρότητα με την οποία επιδιώκει να διαχειριστεί τα εθνικά θέματα καί την εξωτερική πολιτική της χώρας καί οι θέσεις του σχετικά με το μεταναστευτικό, είναι μερικοί από τους λόγους που τον καθιστούν ακατάλληλο για να κυβερνήσει.Ο  ΣΥΡΙΖΑ είναι κοινωνός αντιλήψεων που αντιτίθενται σθεναρά στην κοινωνική ευταξία,την ευνομία καί το συλλογικό δίκαιο.Ενώ δείχνει να μεριμνά για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων,τελικά το πράττει επιλεκτικά καί με απώτερο στόχο την προώθηση πολιτικών σκοπιμοτήτων.
 
  Όμως, υπάρχει καί ο αντίλογος.Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κυβέρνησε την Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια.Επομένως,είναι θεμιτό να του αποδοθούν όλες αυτές οι μομφές;Η Ελλάδα αιμορραγεί οικονομικά καί ηθικά εδώ καί δεκαετίες,δεν έχει επιτύχει την παραμικρή σύγκλιση με τα περισσότερα Ευρωπαϊκά Κράτη,παραμένει πρωτόγονη σε θέματα παιδείας,κοινωνικής πολιτικής καί ανθρωπίνων δικαιωμάτων,παρουσιάζει τρομακτικά επίπεδα διαφθοράς καί εσωτερικής υπαναπτύξεως καί βάσισε την ευμερία της στην δανειακή υπερκατανάλωση.Βάσει αυτών των συνθηκών,πόσο χειρότερα θα μπορούσε να κάνει τα πράγματα ο ΣΥΡΙΖΑ;
  
 Η αλήθεια είναι ότι όταν μία χώρα ακροβατεί μεταξύ φθοράς καί αφθαρσίας καί συγχρόνως καταβάλλονται αξιότιμες προσπάθειες προκειμένου να ισορροπήσει, οποιαδήποτε ανάληψη επιπρόσθετου κινδύνου μπορεί να αποβεί ολέθρια.Η Ελλάδα δεν έχει το περιθώριο να πειραματιστεί χαράζοντας τις επιπόλαιες πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ.Η εθνική οικονομία δεν μπορεί να ανακάμψει ούτε με τις σειρήνες του λαϊκισμού ούτε με την πεισματική συμπεριφορά απέναντι στους εταίρους μας.Απαιτείται ψυχραιμία,ορθολογισμός καί εύρεση των πιό αποδοτικών λύσεων.Αναμφισβήτητα,κάποιοι θα δυσαρεστηθούν.Είναι το αναπόδραστο επακόλουθο ενός λαού που άρχεται από συσπειρωμένες μειοψηφίες ενώ ο ίδιος παραμένει διχασμένος.
 
 Αυτό στο οποίο θα πρέπει να στοχεύσουμε είναι η μακροχρόνια αποδοτικότητα,η συνειδητοποίηση του ότι πρέπει να καταναλώνουμε όχι περισσότερα από όσα παράγουμε καί κυρίως ότι το κράτος δεν είναι ο εχθρός μας. Το κράτος είμαστε όλοι εμείς. Όλοι οι πολίτες καί ο καθένας χωριστά.Το μέλλον της Ελλάδος διέρχεται  μέσα από την Ευρώπη καί πολιτικοί σχηματισμοί που αμφισβητούν αυτό το μέλλον, είναι σχηματισμοί ανεπιθύμητοι.
 

Οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες θέλουν προϋποθέσεις.

Του Μάριου Μπρούσκου Στυλιανόπουλου.
 
 
Το φαινόμενο της μεταναστεύσεως είναι κοινωνική δραστηριότητα που αφενός υπαγορεύεται από οικονομικούς παράγοντες και αφετέρου από παράγοντες που σχετίζονται με την εξερεύνηση νέων τόπων. Ωστόσο, η μετανάστευση κυρίως υποκινείται από οικονομικά κίνητρα και εντείνεται όταν μεγάλες πληθυσμιακές μάζες αναζητούν ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο ζωής. Διακρίνεται στην εξωτερική μετανάστευση και στην εσωτερική μετανάστευση. Στο παρόν δοκίμιο θα αναλύσω την εξωτερική εισαγόμενη μετανάστευση και τις επιπτώσεις που αυτή ενέχει στην ελληνική κοινωνία και οικονομία.
   
Αρχικά, η επίδραση της μεταναστεύσεως σε μια χώρα, είτε αυτή είναι παράτυπη είτε όχι, προσδιορίζεται από το μέγεθος του γηγενούς πληθυσμού και την οικονομική αποδοτικότητα της χώρας. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μείζον πρόβλημα υπογεννητικότητας, χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγεθύνσεως, υψηλή ανεργία και δυσλειτουργική κατανομή των οικονομικών δραστηριοτήτων στο χώρο. Επίσης, η έντονη αστικοποίηση οξύνει ακόμη περισσότερο το πρόβλημα μιας και προκαλεί ερημοποίηση της επαρχίας και έντονες περιφερειακές ανισότητες. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά, μια μη ελεγχόμενη εισαγόμενη μετανάστευση αλλοεθνών μπορεί να επιφέρει κινδύνους τόσο για τους ίδιους τους μετανάστες, μιάς  καί είναι πιθανό να υποστούν εξαθλίωση, όσο και για τον εγχώριο ελληνικό πληθυσμό.
   
Ειδικότερα, το μέγεθος της μεταναστεύσεως πρέπει να είναι ανάλογο του πληθυσμού της χώρας στην οποία αυτή εντοπίζεται. 'Ενα αποδεκτό όριο είναι της τάξεως του 3% έως 5%,ποσοστό το οποίο μεταβάλλεται πτωτικά ή αυξητικά σε σχέση με το ρυθμό μεταβολής του γηγενούς πληθυσμού, το ρυθμό μεταβολής του εργατικού δυναμικού, την διασπορά του πληθυσμού στο χώρο, τον ετήσιο ρυθμό οικονομικής μεγεθύνσεως καθώς και της συνθέσεως του μεταναστευτικού πληθυσμού. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το ποσοστό της εξαγώγιμης μεταναστεύσεως και η διαχρονική σύγκριση αυτών των ποσοστών. Δεχόμενοι ως αποδεκτό το διάστημα τιμών μεταξύ 3% και 5%,ο συνολικός πληθυσμός μεταναστών που δύναται να απορροφήσει η Ελλάδα δε μπορεί να υπερβεί τους 500000,αριθμός που ίσως είναι και υψηλός με δεδομένες τις επικρατούσες οικονομικές συνθήκες.
 
  Με αφετηρία τον αριθμό αυτόν, θα πρέπει να διερευνήσουμε υπό ποιές συνθήκες η μετανάστευση αυτή μπορεί να καταστεί ωφέλιμη τόσο για την Ελλάδα όσο και για τους ίδιους τους μετανάστες. Αν ο πληθυσμός των μεταναστών απαρτίζεται κυρίως από ανειδίκευτους εργάτες, η απορρόφηση αυτών εξαρτάται από την ύπαρξη οικονομικών δραστηριοτήτων εντάσεως εργασίας και μάλιστα με δημοσιονομικό προσανατολισμό. Ακόμη, προϋποθέτει την ύπαρξη βιομηχανικών μονάδων που επιδιώκουν ελαχιστοποίηση του κόστους εργασίας μέσω παροχής μισθών χαμηλής αξίας σε αλλοεθνείς με βάση τις διεθνείς τιμές του κόστους εργασίας στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Ο δημοσιονομικός προσανατολισμός αφορά στην κατασκευή δημοσίων έργων προκειμένου να αυξηθεί ο πολλαπλασιαστής δημοσίων δαπανών, ωστόσο , επειδή η Ελλάδα δεν είναι βιομηχανική χώρα, η υπέρμετρη αύξηση των δημοσίων έργων προϋποθέτει την εισαγωγή κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, ο οποίος επιβαρύνει δυσανάλογα το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών με κίνδυνο τη συσσώρευση εμπορικών ελλειμμάτων. Ακόμη, η χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό και ωθεί στα ύψη τους φορολογικούς συντελεστές εξανεμίζοντας το διαθέσιμο προς κατανάλωση εισόδημα και το ποσοστό του εισοδήματος που προορίζεται για αποταμίευση και μακροπρόθεσμα για χρηματοδότηση των ιδιωτικών επενδύσεων. Η τρέχουσα οικονομική κατάσταση της Ελλάδος δεν ευνοεί την επένδυση σε κρατικές υποδομές, μολονότι αυτές είναι ανεπαρκείς.
  
Επομένως,η  εισροή ανειδίκευτων εργατών έχει διττό αποτέλεσμα. Αφενός η χώρα μας δε μπορεί να τους απορροφήσει σε προσοδοφόρες οικονομικές δραστηριότητες και αφετέρου θα πρέπει να τους κατανείμει εντός των πόλεων σε αφηρημένες και αβέβαιες μορφές εργασίας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα οδηγήσει σε μη αφομοίωση του ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, στην υποβάθμιση του βιοτικού του επιπέδου και πιθανότατα στην οικονομική υποτίμηση των χωρικών μονάδων των αστικών κέντρων. Παράλληλα, ένα τέτοιο συμβάν συντελεί στη δημιουργία δυσαρέσκειας του γηγενούς πληθυσμού, στην πληθυσμιακή αλλοίωση μιας και είναι πιθανό να έχουμε έξαρση σε φαινόμενα εσωτερικής μεταναστεύσεως και το χείριστο όλων είναι η εκκόλαψη εγκληματικών δραστηριοτήτων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι εγκληματικές δραστηριότητες είναι το φυσικό επακόλουθο μιας μη ελεγχόμενης και μη αφομοιώσιμης μεταναστεύσεως, είτε αυτή είναι παράτυπη είτε όχι καί ιδίως όταν ο μεταναστευτικός πληθυσμός αντιμετωπίζει σαφές πρόβλημα επιβιώσεως.
 
  Πέραν της εγκληματικότητας, θα πρέπει να σημειώσουμε και τη δράση του παρεμπορίου,το οποίο απασχολεί μεγάλο τμήμα ανειδίκευτων εργατών, είτε διχοτομούνται σε παράτυπους είτε όχι. Το παρεμπόριο επιδρά δυσμενώς στην ελληνική οικονομία καί είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες χρεωκοπίας των ελληνικών επιχειρήσεων αλλά και αγοραίας υποβαθμίσεως των αστικών κέντρων. Επίσης, επιδρά θετικά στη συγκέντρωση σημαντικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και αποθαρρύνει τις νόμιμες επενδύσεις. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα είναι αρνητικό τόσο για τη χώρα μας όσο και για τους ίδιους τους μετανάστες, μ ιάς  καί μπορεί να πέσουν θύματα εκμεταλλεύσεως από τη μαφία καί λοιπές εγκληματικές συμμορίες.
 
 Από την άλλη, αν η εισαγόμενη μετανάστευση απαρτίζεται κυρίως από εκπαιδευμένους ανθρώπους, επιστήμονες και γενικά άτομα καταρτισμένα και εξειδικευμένα σε ορισμένους τομείς, η απορρόφηση αυτών εξαρτάται από την δομή της οικονομίας. Ειδικότερα, αν λαμβάνουν χώρα δραστηριότητες εντάσεως εργασίας αλλά με την παράλληλη συμμετοχή κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, τότε το εργατικό δυναμικό μπορεί να κατανεμηθεί σε δραστηριότητες του δευτερογενούς καί του τριτογενούς τομέα καί  οπουδήποτε αυτό καθίσταται χρήσιμο και αναγκαίο. Ωστόσο, η ακμή των τομέων αυτών προϋποθέτει μια υγιή οικονομία και την επένδυση υψηλών κεφαλαίων σε έρευνα, προκειμένου να παραχωρηθεί εργασία και σε αλλοεθνές επιστημονικό εργατικό δυναμικό. Δε πρέπει να λησμονούμε ότι η επέκταση του πόρου της τεχνολογίας απαιτεί διεπιστημονική αλληλεξάρτηση και όταν διενεργηθούν οι κατάλληλοι χειρισμοί είναι δυνατό να έχουμε αύξουσες αποδόσεις κλίμακος αλλά και εκθετικό εισοδηματικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα συναρτήσει του χρόνου. Επίσης, καθοριστικής σημασίας κρίνεται η  δημιουργία τεχνοπόλων προκειμένου να μεγιστοποιηθούν οι οικονομικές και πληροφοριακές ροές μεταξύ ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων.
 
 Η χώρα μας παρουσιάζει χαμηλό επίπεδο εκπαιδευτικών παροχών, ελάχιστα έως μηδαμινά ερευνητικά κέντρα και ασθενή βιομηχανικό τομέα. Με δεδομένες αυτές τις συνθήκες, η εισροή αλλοεθνούς καταρτισμένου εργατικού δυναμικού θα ήταν μη ωφέλιμη, μιας και αφενός το οριακό προϊόν της εργασίας της θα ήταν χαμηλό και μη διοχετεύσιμο και αφετέρου οι επιπτώσεις στο ελληνικό εργατικό δυναμικό θα ήταν καταστροφικές μιας και θα ωθείτο σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα η εγχώρια ανεργία.
 
  Αντεπιχείρημα σε αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει η φαινομενικά δικαιολογημένη άποψη σύμφωνα με την οποία το εισαγόμενο καταρτισμένο εργατικό δυναμικό θα ήταν απορροφήσιμο, μιας και η Ελλάδα προσφέρει ανεπαρκή εκπαίδευση και δε διαθέτει βιομηχανικό τομέα. Μια τέτοια άποψη φυσικά δεν ευσταθεί. Αυτό διότι τα ελληνικά πανεπιστήμια προσφέρουν υψηλό επίπεδο γνώσεων αλλά όχι άμεσα συνδεόμενες με την αγορά και επειδή η ελληνική έρευνα θα ήταν αποτελεσματικό να υποστηριχθεί από 'Ελληνες επιστήμονες του εξωτερικού με το δέλεαρ ενός υψηλότερου μισθού. Επομένως, η εισροή ειδικευμένου εργατικού δυναμικού είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία.
 
   Όσον αφορά στην παράτυπη μετανάστευση, αυτή συνιστά μείζον κοινωνικό πρόβλημα με δραματικές προεκτάσεις στην κοινωνική συνοχή, στην πληθυσμιακή συνεκτικότητα ,στην οικονομία,τον τουρισμό και στο βιοτικό επίπεδο ζωής. Οι παράτυποι μετανάστες δεν είναι δυνατό να στελεχώσουν το εργατικό δυναμικό σε κανένα φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων της χώρας διότι αφενός είναι ανειδίκευτοι και αφετέρου απαίδευτοι. Επομένως,δεν είναι εφικτό να καταστούν χρηστοί σε οποιαδήποτε μορφή εργασίας. Επιπροσθέτως, η απασχόλησή τους από Έλληνες και η υπόθαλψη της διαμονής τους εντός της ελληνικής επικρατείας συνιστά ποινικό αδίκημα, οπότε δεν είναι δυνατό να επικροτήσουμε ως κοινωνία αξιόποινες πράξεις. Ακόμη, η παράτυπη εισαγωγή τους αποκλείει τον υγειονομικό τους έλεγχο, οπότε καθίστανται φορείς ασθενειών με αποτέλεσμα να τίθεται εν κινδύνω η δημόσια υγεία αλλά και να απαιτείται αύξηση των δημοσίων δαπανών για να καταπολεμηθούν ή να προληφθούν οι εισαγόμενες ασθένειες,κόστος το οποίο θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί από τον ελληνικό φορολογούμενο πληθυσμό. Επίσης, η ανεξέλεγκτη εγκληματικότητα, η πτώση των τιμών των ακινήτων, η γκετοποίηση περιοχών, η προβολή αρνητικής εικόνας στο εξωτερικό με αρνητικές επιπτώσεις στον εισερχόμενο τουρισμό,η  μείωση του βαθμού ασφαλείας εκ πλευράς των πολιτών και η συρρίκνωση της καταναλωτικής δαπάνης είναι μερικά από τα δραματικά επακόλουθα της μη ελεγχόμενης μεταναστεύσεως.
 
   Ωστόσο, το πολυπολιτισμικό μοντέλο συνιστά μία σύγχρονη ιστορική αναγκαιότητα.Είναι ο μονόδρομος μέσω του οποίου σταδιακά θα εξαλειφθούν οι οικονομικές ανισότητες καί οι άνθρωποι θα αποκτήσουν μία οικουμενική συνείδηση.Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί από τη μία μέρα στην άλλη καί σίγουρα όχι με τον τρόπο που επιχειρείται εν Ελλάδι.Η αλληλεπίδραση διαφορετικών τύπων κουλτούρας,ιδίως όταν παρεισφρέει το στοιχείο του θρησκευτικού φονταμενταλισμού,είναι μία επίπονη καί χρονοβόρος διαδικασία.Θα ήταν ολέθριο σφάλμα να έχουμε την απαίτηση να υπάρξει ανώδυνη αφομοίωση της ισλαμιστικής κουλτούρας,μιάς καί οι περισσότεροι μετανάστες προέρχονται από την Ανατολή,στον Δυτικό τρόπο σκέψεως καί συμπεριφοράς. Μάλιστα,αν επιμείνουμε σε αυτή την αφομοίωση,όλη η Ευρώπη μπορεί να βγεί ζημιωμένη.Πρόκειται για ρεαλιστική ερμηνεία των πραγμάτων καί δεν σχετίζεται με κάποια έλλειψη ανθρωπισμού η όλη προσέγγιση.
 
   Βάσει αυτών, η Ελλάδα καλείται να αναθεωρήσει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται την μεταναστευτική της πολιτική. Η δε κοινωνία, θα πρέπει να πάψει να συμπεριφέρεται υποκριτικά καί να μιλά για ανθρώπινα δικαιώματα, όταν η πλειοψηφία των μεταναστών φυτοζωεί ή πέφτει θύμα ανείπωτης εκμεταλλεύσεως από Έλληνες επιτηδείους. Επίσης,το ζήτημα της μεταναστεύσεως θα πρέπει να διευθετηθεί στα πλαίσια της ΕΕ καί σύμφωνα με τις οικονομικές καί πληθυσμιακές δυνατότητες της κάθε χώρας. Η Ελλάδα μπορεί να είναι το σταυροδρόμι τριών Ηπείρων, ωστόσο δεν μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά άλλο όγκο μεταναστευτικού ρεύματος.
 
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr