Menu

 

logoidea

Γιώργος Μπιλλίνης

Γιώργος Μπιλλίνης

Γεννήθηκα στην Αθήνα το  1961.Η καθημερινότητα μου μοιραζόταν ανάμεσα στο Παλαιό Φάληρο, του οποίου ήμουν δημότης, και στη Νέας Σμύρνη, στην οποία βρισκόταν το σχολείο μου και ο αγαπημένος Πανιώνιος.Ο ορθολογισμός και η αγάπη της δημιουργίας με οδήγησαν στα σκαλοπάτια του ΕΜΠ, στο οποίο σπούδασα τελικά Αρχιτέκτονας μηχανικός. Απασχολούμαι επί 25 χρόνια στο χώρο που μου αρέσει, τη κατασκευή. Αρχικά σαν φυσικό πρόσωπο, αργότερα μέσα από τις τάξεις μιας ΑΤΕ.Σταδιακά απέκτησα μια έντονη διάθεση ενασχόλησης  με τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας . Η αγωνία μου να εισφέρω στην ουσιαστική στροφή της χώρας στο δρόμο  της σοβαρής προσπάθειας και του ορθού λόγου, με εξώθησε στις ατραπούς της αρθρογραφίας και της πολιτικής.Οραματίζομαι τους συμπολίτες μου πολίτες και όχι πελάτες. Σκεπτόμενους παραγωγούς και όχι κουτοπόνηρους συνωμοσιολογούντες προσοδοθήρες. Ελπίδα και προσδοκία μου να επικρατήσουν κάποτε στη δύσμοιρη Ελλάδα, έστω με 200 χρόνια υστέρησης, οι ιδέες του διαφωτισμού και της ελευθερίας.

H κοινωνία πρέπει να υποστεί ένα σοκ! Του Γιώργου Μπιλλίνη

Επί 40 χρόνια η ελληνική κοινωνία εθίστηκε να ενστερνίζεται τα νάματα της αριστερής παραληρηματικής αλήθειας της θυματοποίησης, της "κοινωνικής δικαιοσύνης", του "ανθρωπισμού", του κρατισμού, του αντιδυτικισμού, της αδούλωτης πατρίδας που όλη η υφήλιος επιβουλεύεται και δεν της επιτρέπει να πορεύεται ανεξάρτητη στο δρόμο του πεπρωμένου της.

Εκ παραλλήλου εθίστηκε στο παρασιτισμό και την προσοδοθηρία. Στην ευκολία.

"Γιατί να κουραζόμαστε να παράγουμε πλούτο", της ψιθυρίζει διαρκώς το σύνολο των πολιτικών κομμάτων, "όταν είναι απείρως ευκολότερο να αναδιανέμουμε τον ήδη υπάρχοντα και να ζούμε καταναλώνοντας τα έτοιμα"; Είτε να διανέμουμε τα δανεικά και τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις για κατανάλωση και καλοπέραση, ροκανίζοντας και υπονομεύοντας το μέλλον των επόμενων γενεών.

Μοιραία, όταν ήλθε ο λογαριασμός από το άφρον φαγοπότι της 35ετίας, η κοινωνία θεώρησε ότι κάποιοι κακοί επεμβαίνουν στη ζωή της, επιχειρούν να την ξεβολέψουν και βυσσοδομούν εναντίον των κεκτημένων της. Δεν έχει καταλάβει γρί για το μη βιώσιμο συνταξιοδοτικό, ούτε για το τεράστιο και αναποτελεσματικό δημόσιο, που ρουφούν σαν καταβόθρες τους λιγοστούς εναπομείναντες πόρους. Θέλει να συνεχίσει να απολαμβάνει την άκοπη ευημερία που ζούσε. Εγκαλεί το πολιτικό σύστημα, όχι γιατί δεν προχωρεί σε οδυνηρές λύσεις, μα γιατί αδυνατεί να κάνει αυτό που του ζητεί, να συνεχίσει να διανέμει. Εγκαλεί τους δανειστές, γιατί επιθυμούν να μας καταστήσουν βιώσιμη χώρα, προκειμένου να ... εξασφαλίσουν τα χρήματα τους. Αγωνιά να αποδείξει ότι όσα έτρωγε δεκαετίες σε μισθούς, επιδόματα, συντάξεις από τα 35, επιχορηγήσεις και επιδοτήσεις για δήθεν επενδύσεις, αποτελούν επαχθές χρέος! Κατάντησε να μιλά για ανθρωπιστική κρίση η 34η πλουσιότερη χώρα του κόσμου.

Αυτή η κοινωνία, με αυτή τη κουλτούρα, αυτό τον τρόπο σκέψης, αλλά πρωτίστως με ωφελιμίστικα κριτήρια, στηρίζει τη κυβέρνηση των ημίτρελων και ανίκανων ιδεοληπτικών, που δεν ξέρουν ούτε να δέσουν τα κορδόνια των παπουτσιών τους, με σταλινικά ποσοστά. Και δεν θα κάνει πίσω, δεν θα αλλαξοπιστήσει, αν δεν θιχτεί εκεί που πονάει. Στη τσέπη της. Αν δεν νιώσει πως χειροτερεύει το βιοτικό της επίπεδο.

Αν οι Ευρωπαίοι μας συμπονούν έστω ελάχιστα, οφείλουν να μας στραγγαλίσουν ολοκληρωτικά κλείνοντας κάθε στρόφιγγα ρευστότητας. Ώστε να ληφθούν περιοριστικά μέτρα και έλεγχοι στη κίνηση κεφαλαίων. Να πάψουν τα ΑΤΜ να βγάζουν λεφτά. Να πάψουν να πιστώνονται οι μισθοδοτικοί και συνταξιοδοτικοί λογαριασμοί κάθε μήνα εις ολόκληρον.

Αυτή η κοινωνία πρέπει να υποστεί ένα σόκ. Όχι ένα απλό, μα ένα τεράστιας έκτασης σόκ. Που είτε θα τη συνεφέρει και θα τη κάνει να αναλογιστεί τη πραγματικότητα, να ψάξει τι έφταιξε και τι πρέπει να γίνει. Είτε θα τη σπρώξει σε πιο ακραίες καταστάσεις και σε εμφύλιο. Ό,τι είναι να γίνει πάντως, πρέπει να γίνει το συντομότερο. Πρίν η οικονομία, που βρίσκεται χρόνια σε κώμα, καταλήξει. Πρίν οι ημίτρελοι ιδεοληπτικοί σταλινιστές των αρχών του 20ου αιώνα ενταφιάσουν οριστικά και αμετάκλητα τις ατομικές ελευθερίες και εγκαθιδρύσουν τον ολοκληρωτισμό. Προτού θέσουν εκτός Ευρώπης τη γενέτειρα της Ευρώπης.

Η αξία του χρήματος. Του Γιώργου Μπιλλίνη

 
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ ποια είναι η ρίζα του χρήματος; Το χρήμα αποτελεί ένα ανταλλακτικό εργαλείο, υποβοηθητικό των συναλλαγών των ανθρώπων, το οποίο για να υπάρχει θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στην αξία μιας σειράς αγαθών που παράγονται και μιας σειράς ανθρώπων ικανών να τα παράγουν.
 
Το χρήμα είναι η υλική έκφραση της αρχής πώς οι άνθρωποι που επιθυμούν να συναλλάσσονται μεταξύ τους, θα πρέπει να το κάνουν με βάση τη δίκαιη ανταλλαγή αγαθών (ή υπηρεσιών) και να ανταλλάσσουν αξία με αξία. Αποκτάται ως ανταμοιβή για τη καταβολή μιάς προσπάθειας. Είναι το μέσο που επιτρέπει να αξιώσουμε το προϊόν της προσπάθειας κάποιου άλλου.
 
Έχετε αναζητήσει ποτέ τη ρίζα της παραγωγής; Ρίξτε μια ματιά σε μια ηλεκτρική γεννήτρια και σκεφτείτε αν μπορεί να είναι προϊόν της μυϊκής δύναμης κάποιων άξεστων αγρίων. Προσπαθήστε να φυτέψετε ένα σπόρο σταριού χωρίς τη γνώση που μας έχουν κληροδοτήσει οι προπάτορες μας που ανακάλυψαν τη καλλιέργεια του. Ο νούς του ανθρώπου είναι η ρίζα όλων των αγαθών κι όλων των υπηρεσιών που παράγονται κι όλου του πλούτου που έχει υπάρξει πάνω στη γή από καταβολής κόσμου.
 
Πολλοί ισχυρίζονται πως το χρήμα το κερδίζει ο δυνατός σε βάρος του αδύναμου. Κάνουν λόγο για επιβολή της δύναμης. Για ποια δύναμη μιλούν; Των όπλων ή των μυών; Ο πλούτος αποτελεί απόρροια της διανοητικής ικανότητας του ανθρώπου. Είναι προφανές πως αυτός που επινοεί μια ιδέα και τη κάνει πράξη, κερδίζει χρήματα σε βάρος κάποιου ή κάποιων που δεν απασχόλησαν το μυαλό τους ή αδράνησαν και αγοράζουν τα πάντα έτοιμα. Το χρήμα κερδίζεται με τη προσπάθεια κάθε έντιμου ανθρώπου, του καθενός σύμφωνα με τις ικανότητες του. Και έντιμος βεβαίως είναι εκείνος που γνωρίζει ότι δεν μπορεί να καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει.
 
Η συναλλαγή μέσω του χρήματος αποτελεί τη βάση του κώδικα αξιών των έντιμων και αξιόπιστων ανθρώπων. Το χρήμα βασίζεται στο αξίωμα ότι κάθε άνθρωπος είναι κύριος του μυαλού και των προσπαθειών του. Και δεν επιτρέπει σε κανένα άλλο μέτρο να καθορίσει την αξία μιας προσπάθειας, παρά μόνο στην ηθελημένη απόφαση του ανθρώπου που θα επιλέξει να εμπορευτεί με άλλους τη δική του προσπάθεια.
 
Το χρήμα μας επιτρέπει να λάβουμε ως αντάλλαγμα για το μόχθο μας αυτό που είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν ως εύλογο οι υποψήφιοι αγοραστές. Επιτρέπει μόνο μία απόλυτα ξεκάθαρη και έντιμη συναλλαγή, αυτή που στηρίζεται στο αμοιβαίο όφελος και ορίζεται από την αβίαστη κρίση των εκατέρωθεν συναλλασσομένων μερών.
 
Προϋποθέτει τη παραδοχή ότι ο άνθρωπος εργάζεται για το προσωπικό του όφελος και όχι για να ζημιωθεί, ότι εργάζεται για το κέρδος και όχι για την απώλεια, ότι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι η ανταλλαγή πόνου, αλλά η ανταλλαγή αγαθών.
 
Το χρήμα δεν είναι παρά ένα εργαλείο. Μπορεί να μας προσφέρει τα μέσα για να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες μας, αλλά δεν μπορεί να μας παρέχει επιθυμίες. Γι αυτό είναι η κατάρα των ανθρώπων που προσπαθούν να ανατρέψουν το νόμο της αιτιότητας, εκείνων που θέλουν να αντικαταστήσουν το νού με τα προϊόντα που δημιουργεί ο νούς.
 
Το χρήμα δεν μπορεί να αγοράσει ευτυχία για εκείνους που δεν ξέρουν τι ζητούν από τη ζωή. Δεν παρέχει κώδικα αξιών, αν οι ίδιοι δεν θελήσουν να δημιουργήσουν αξίες. Δεν προσφέρει σκοπό ζωής σε όσους δεν έχουν φροντίσει να δώσουν σκοπό στη ζωή τους. Δεν μπορεί να αγοράσει εξυπνάδα για τον ανόητο, ούτε σεβασμό για τον ανίκανο.
 
Αυτός που αντικαθιστά την ορθή κρίση με το χρήμα, προσπαθώντας να εξαγοράσει τα μυαλά ικανών ανθρώπων, για να τα θέσει στις υπηρεσίες του, καταλήγει να γίνει θύμα των κατωτέρων του. Οι ευφυείς τον εγκαταλείπουν, ενώ οι απατεώνες και οι λωποδύτες συνωστίζονται γύρω του. Σπρωγμένοι από ένα νόμο που εκείνος δεν συνειδητοποιεί: ότι ουδείς μπορεί να κρυφτεί πίσω από το χρήμα του.
 
Ο μόνος άνθρωπος που αξίζει να κληρονομήσει πλούτο είναι ακριβώς ο άνθρωπος που δεν έχει ανάγκη τον κληρονομημένο πλούτο, εκείνος που θα έκανε περιουσία απ’ όποια βάση κι αν ξεκινούσε. Όταν ένας κληρονόμος είναι αντάξιος των χρημάτων του, τότε το χρήμα τον υπηρετεί. Διαφορετικά τον καταστρέφει. Και τότε οι πολλοί κοιτάζετε γύρω σας και ωρύεστε πως το χρήμα τον διέφθειρε.
 
Είναι όμως έτσι; Μήπως αυτός διέφθειρε το χρήμα; Μην τον ζηλέψετε τον ανάξιο. Ο πλούτος του δεν πρόκειται να προσφέρει τίποτα σε κανένα. Το χρήμα αυτό είναι παράσιτο. Κι όσα παράσιτα και να μοιράσεις, δεν μπορείς να φέρεις πίσω τη νεκρή αρετή του. Το χρήμα είναι μια ζωντανή δύναμη που χωρίς τη ρίζα της πεθαίνει. Το χρήμα δεν θα υπηρετήσει το μυαλό που δεν είναι αντάξιο του. Μήπως γι αυτό το λόγο το θεωρείτε ρίζα του κακού;
 
Το χρήμα είναι το μέσο για τη διαβίωση σας. Η ετυμηγορία σας γι αυτό που σας εξασφαλίζει τα προς το ζήν ταυτίζεται με την ετυμηγορία σας για τη ζωή. Αν η ρίζα είναι σάπια, τότε έχετε καταδικάσει την ίδια σας την ύπαρξη. Πώς κερδίσατε τα χρήματα σας; Με απάτες; Εκμεταλλευόμενοι την ηλιθιότητα των άλλων; Ικανοποιώντας τις ανάγκες των ανόητων, με την ελπίδα ότι θα λάβετε περισσότερα από όσο αξίζουν οι ικανότητες σας; Με εκπτώσεις στις αρχές σας; Κάνοντας δουλειές που απεχθάνεστε για ανθρώπους που περιφρονείτε;
 
Αν ναι, τότε το χρήμα που κερδίσατε δεν σας προσφέρει ούτε μια στάλα πραγματικής χαράς. Κι ό,τι αγοράσετε μ’ αυτό, θα είναι ενθύμιο ντροπής. Και τότε θα αρχίσετε να ουρλιάζετε πως το χρήμα είναι κακό. Κακό επειδή δεν είναι σε θέση να αντικαταστήσει το χαμένο αυτοσεβασμό σας. Επειδή δεν σας αφήνει να απολαύσετε την εξαχρείωση σας. Μήπως τελικά αυτή είναι η ρίζα του μίσους σας για το χρήμα;
 
Το χρήμα θα μείνει για πάντα ένα αποτέλεσμα και δεν πρόκειται να υποκαταστήσει τον άνθρωπο ως αιτία. Είναι προϊόν της αρετής, μα δεν μπορεί να προσφέρει αρετή, ούτε να αντισταθμίσει τη φαυλότητα. Δεν θα σας δώσει ποτέ αυτό που δεν έχετε κερδίσει, ούτε στο πνεύμα, ούτε στην ύλη. Και δυστυχώς μέσα σας πάντα θα το γνωρίζετε και θα υποφέρετε. Μήπως αυτή είναι η ρίζα του μίσους σας για το χρήμα;
 
Ή μήπως εννοείτε πως η αγάπη για το χρήμα είναι η αιτία όλων των κακών; Μα όταν αγαπάς κάτι, σημαίνει πως γνωρίζεις τη βαθύτερη φύση του. Όταν αγαπάς τα χρήματα, σημαίνει πως γνωρίζεις κι αγαπάς το γεγονός ότι το χρήμα είναι απτή έκφραση της καλύτερης δύναμης που έχεις μέσα σου, ότι είναι το κλειδί που θα σου επιτρέψει να ανταλλάξεις τη δική σου προσπάθεια με τη καλύτερη προσπάθεια των άλλων.
 
Αυτός που καταριέται ή δήθεν περιφρονεί το χρήμα, το έχει αποκτήσει άτιμα Αυτός που το σέβεται, το έχει κερδίσει με το σπαθί του. Οι εραστές του χρήματος είναι πάντα πρόθυμοι να εργαστούν για τη προσαύξηση του. Ξέρουν πως είναι ικανοί να το αξιώσουν.
 
Τρέξτε μακριά από εκείνον που θα ακούσετε να δαιμονοποιεί ή να περιφρονεί το χρήμα. Η δήλωση του ας είναι για σας το καμπανάκι για το αρπακτικό που πλησιάζει. Όσο οι άνθρωποι ζούν πάνω στη γή και χρειάζονται κάποιο μέσο για τις συναλλαγές τους, το μοναδικό υποκατάστατο που τους απομένει, αν εγκαταλείψουν το χρήμα, είναι η κάνη του όπλου.
 
Οι άνθρωποι που ζούν με αρχή τον εξαναγκασμό, είναι εκείνοι που προσπαθούν να σφετεριστούν την αρετή. Σε μια ηθική κοινωνία, σε μια κοινωνία με υγιή αντανακλαστικά, οι άνθρωποι αυτοί είναι εγκληματίες και οι νόμοι θεσπίζονται για να σας προστατεύουν από τη δράση τους. Όταν όμως μια κοινωνία κατοχυρώνει τους εγκληματίες βάσει δικαιώματος και τους άρπαγες βάσει νόμου, όταν κατοχυρώνει εκείνους που χρησιμοποιούν τον εξαναγκασμό για ν’ αρπάξουν το βιός άοπλων θυμάτων, τότε το χρήμα γίνεται ο εκδικητής του δημιουργού του.
 
Κι ενώ οι άρπαγες πιστεύουν πως είναι ασφαλές να ληστεύουν άοπλους πολίτες μόλις ψηφίσουν ένα νόμο που θα τους αφοπλίσει, πολύ σύντομα θα δούν το λάφυρο τους να γίνεται μαγνήτης, προσελκύοντας άλλους άρπαγες, που θα τους το αρπάξουν από τα χέρια, όπως το είχαν κάνει κι εκείνοι προηγουμένως. Κι έτσι ο τελικός νικητής δεν είναι ο ικανότερος στη παραγωγή, αλλά ο κορυφαίος στη κτηνωδία. Όταν ο εξαναγκασμός γίνεται καθεστώς, ο δολοφόνος κερδίζει πάντα τον πορτοφολά. Και τότε η κοινωνία διαλύεται, παρακμάζει, μετατρέπεται σε ένα απέραντο σφαγείο.
 
Θέλετε να μάθετε πότε θα έλθει εκείνη η μέρα; Παρακολουθήστε το χρήμα. Είναι το βαρόμετρο της αρετής μιας κοινωνίας. Αν διαπιστώσετε ότι οι συναλλαγές σας δεν γίνονται με οδηγό τη κοινή συναίνεση των συμβαλλομένων, αλλά τον καταναγκασμό, αν διαπιστώσετε ότι για να παράγετε χρειάζεστε την άδεια ανθρώπων που παρασιτούν, αν διαπιστώσετε ότι το χρήμα ρέει σε όσους εμπορεύονται χάρες και όχι αγαθά, αν διαπιστώσετε ότι οι άνθρωποι πλουτίζουν περισσότερο με τη δωροδοκία και την επιρροή, παρά με την εργασία κι ότι οι νόμοι δεν προστατεύουν εσάς, μα τη διαπλοκή, αν διαπιστώσετε πως η διαφθορά ανταμείβεται και η τίμια προσπάθεια έχει μετατραπεί σε βάσανο, τότε μπορείτε να συμπεράνετε με ασφάλεια πως η κοινωνία σας είναι καταδικασμένη.
 
Το χρήμα είναι τόσο ευγενές μέσο, που δεν μπορεί να τα βάλει με τα όπλα και δεν συνθηκολογεί με την κτηνωδία. Δεν θα επιτρέψει ποτέ σε μια χώρα να επιβιώσει ως ιδιοκτησία και ως λάφυρο ταυτόχρονα.
 
Όταν έχετε δαιμονοποιήσει το μέσο που εξασφαλίζει την επιβίωση σας, μην περιμένετε από τους ανθρώπους να παραμείνουν ενάρετοι. Μην περιμένετε να ζούν με οδηγό την ηθική, προσφέροντας τη ζωή τους βορά στην ανηθικότητα. Μην περιμένετε να συνεχίσουν να παράγουν, όταν η παραγωγή τιμωρείται και η αρπαγή επιβραβεύεται. Εάν αυτές τις πρακτικές ευνοεί το θεσμικό πλαίσιο της χώρας σας, τότε δεν ζείτε σε κράτος δικαίου. Μη ρωτήσετε «ποιος καταστρέφει τον κόσμο;». Εσείς τον καταστρέφετε. Εκούσια ή με την ανοχή σας.
 
Όταν το χρήμα παύει να είναι το εργαλείο συναλλαγής μεταξύ των ανθρώπων μιας κοινωνίας, τότε εργαλείο γίνονται οι ίδιοι οι άνθρωποι. Είτε χρήμα λοιπόν, είτε αίμα, μαστίγιο και όπλα. Άλλη διέξοδος δεν υπάρχει. Αυτό είναι για τις κοινωνίες το ανάλογο αυτού που συμβαίνει μεταξύ των κρατών: σύνορα που δεν τα διασχίζουν εμπορεύματα, τα διασχίζουν στρατοί.
 
(Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μια σύνοψη των θέσεων της Άϋν Ράντ για το χρήμα, όπως τις παραθέτει με τα λόγια ενός εκ των ηρώων της στο τρίτομο συγγραφικό της αριστούργημα «ο Άτλας επαναστάτησε». Η Ράντ υπήρξε ο βασικότερος εκπρόσωπος του «αντικειμενισμού», ενός φιλοσοφικού κινήματος που η ίδια διαμόρφωσε και προώθησε).
 
 
 
Βιβλιογραφία:
 
Άϋν Ράντ: «Ο Άτλας επαναστάτησε», τριλογία  «η αντίφαση», «το δίλημμα», «η ταυτότητα». 1957. Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ , Αθήνα 2009-11.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε και στο marketnews.gr

Ποιά λιτότητα θέλουμε; Του Γιώργου Μπιλλίνη

Η λέξη «λιτότητα», όπως και οι λέξεις «κέρδος» και «επιχειρηματικότητα», είναι δαιμονοποιημένη στον εγχώριο δημόσιο διάλογο. Θυμάμαι τις εποχές της ευμάρειας, τη δεκαετία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού με δανεικά, να εφαρμόζονται γαλαντόμες εισοδηματικές πολιτικές στο δημόσιο, με απλόχερη χορήγηση αυξήσεων (ΑΤΑ-αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή) κάθε τρίμηνο, για κάλυψη των πληθωριστικών απωλειών των εργαζομένων. Η ανάλογη αύξηση της παραγωγικότητας και μια μετρήσιμη αποτελεσματικότητα ποτέ δεν θεωρήθηκαν άξιες παράμετροι συνυπολογισμού. Οι πολιτικές εκείνες θεωρήθηκαν φιλολαϊκές.

Όποτε οι κυβερνήσεις σκόνταφταν δημοσιονομικά, περνούσαμε σε σφικτές πολιτικές χαμηλών ή και μηδενικών αυξήσεων. Τότε το λόγο είχε η αντιλαϊκή «λιτότητα». Καραμέλα την είχαν κάνει τη λέξη η αριστερά και τα συνδικάτα. Όταν οι εισοδηματική πολιτική δεν ήταν γενναιόδωρη, ο όρος «λιτότητα» για μήνες κυριαρχούσε στις πρώτες θέσεις των τηλεοπτικών ειδήσεων και στις καθημερινές συζητήσεις, Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το λαϊκίστικο σύνθημα «0 + 0 = 14» επί κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Τι είναι όμως η λιτότητα; Λιτός σημαίνει απέριττος. Συνεπώς λιτότητα εννοιολογικά είναι η απουσία του περιττού, του μη χρήσιμου. Η χώρα μας έζησε για περισσότερο από τρείς δεκαετίες πάνω από τις δυνάμεις της. Οι οικονομικές πολιτικές που εφαρμόζονταν στόχευαν αποκλειστικά στη τόνωση της ζήτησης και χρηματοδοτήθηκαν από τον αλόγιστο δημόσιο δανεισμό και τις κοινοτικές εισροές. Το μοντέλο αυτό εξεμέτρησε το ζήν το 2009, όταν μας οδήγησε στη χρεοκοπία. Συνέχιση της επεκτατικής πολιτικής, πέραν του ότι είναι ανέφικτη, θα σήμαινε συνέχιση της διαχείρισης της ζήτησης στο εσωτερικό και αγνόηση της απουσίας παραγωγικής βάσης, εξαγωγών και εμπορικών ελλειμμάτων.

Η μη λιτότητα λοιπόν ούτε εφικτή είναι, ούτε επιθυμητή. Η δημοσιονομική λιτότητα, με κάποια μορφή, είναι υποχρεωτική για τα επόμενα αρκετά χρόνια. Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι λιτότητα ή χαλάρωση, αλλά «τι είδους λιτότητα» θέλουμε. Το πολιτικό σύστημα της χώρας θα μπορούσε να επιλέξει ένα μίγμα «καλύτερης» λιτότητας. Δηλαδή με το ίδιο δημοσιονομικό αποτέλεσμα να επέλθει η μικρότερη δυνατή ύφεση και να διευκολυνθεί περισσότερο η ανάπτυξη μεσομακροπρόθεσμα.

Στη περίπτωση  αυτή οι συνέπειες θα ήσαν πολύ λιγότερο οδυνηρές για το σύνολο της οικονομίας και της κοινωνίας, αλλά πρωτίστως για τους αδύναμους και τους φτωχούς, σε σχέση με αυτές που βιώνουμε σήμερα. Η κατανομή των βαρών θα ήταν πιο δίκαιη, ενώ οι απαραίτητες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα συνέβαλαν στο μετασχηματισμό και τον εξορθολογισμό των δομών της οικονομίας, στην απελευθέρωση των αγορών, στην αύξηση του εθνικού προϊόντος.

Θα είχαμε μια ποιοτικότερη μορφή λιτότητας:

1. Εάν το βάρος της προσαρμογής επικεντρωνόταν κυρίως στη περικοπή των δαπανών, παρά στην αύξηση των φορολογικών επιβαρύνσεων. Από το 2009 έως το 2012 τα κρατικά έσοδα, χωρίς να αυξηθούν σε απόλυτους αριθμούς, αυξήθηκαν κατά 5,8 μονάδες του ΑΕΠ (από 38,3% σε 44,1%), οι δε πρωτογενείς δαπάνες μειώθηκαν μόνο κατά 3,4 μονάδες (από 48,8% σε 45,4%). Η δημοσιονομική προσαρμογή συντελέστηκε δηλαδή κατά τα 2/3 με είσπραξη περισσότερων φόρων και μόνο κατά το 1/3 από περιστολή δαπανών.

Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι η δημοσιονομική λιτότητα που στηρίζεται σε αύξηση φόρων επιφέρει βαθύτερη ύφεση από εκείνη που στηρίζεται σε περικοπές δαπανών. Διότι οι περικοπές μπορούν να είναι στοχευμένες και να αφορούν μικρές επιλεγμένες υψηλού εισοδήματος προσοδοθηρικές ομάδες, κυρίως του κλάδου των μη εμπορεύσιμων αγαθών, ενώ οι φόροι πλήττουν το σύνολο των οικονομικά ενεργών πολιτών, με έμφαση εκείνους που δραστηριοποιούνται στο κλάδο των εμπορεύσιμων αγαθών.

Με διακηρυγμένο στόχο την αναγκαιότητα επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος, το ελληνικό πολιτικό σύστημα επέλεξε συνειδητά εκείνη τη συνταγή δημοσιονομικής προσαρμογής, γνωρίζοντας ότι θα έφερνε περισσότερη φτώχεια και ανεργία. Το γιατί είναι προφανές. Για να μη στερήσει εισοδήματα από τις συντεχνιακές ομάδες των δικών του παιδιών, που προσπορίζονται εισοδηματικά από τη σχέση τους με το κράτος (μέσα ή γύρω από αυτό). Για να μη θίξει τους πελάτες του.

2. Εάν η μείωση δαπανών εστιαζόταν περισσότερο στο περιορισμό της δημόσιας κατανάλωσης και λιγότερο στη περικοπή του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Οι δημόσιες επενδύσεις ήταν ο εύκολος στόχος, αφού η ελάττωση τους δεν αφαιρούσε απευθείας εισοδήματα από κάποιες ομάδες, αλλά έμμεσα, οπότε οι διαμαρτυρίες ήσαν μικρότερες. Η συγκεκριμένη κατηγορία μειώσεων είναι υπεύθυνη για ακόμη μεγαλύτερη ανεργία.

3. Εάν λαμβάνονταν λιγότερα έκτακτα μέτρα και πολύ περισσότερα μόνιμου και διαρθρωτικού χαρακτήρα. Θα ήταν πολύ καλύτερο το αποτέλεσμα αν προχωρούσαμε σε οριστική κατάργηση μεγάλου αριθμού φορέων του ευρύτερου δημοσίου, που αποδεδειγμένα είναι μηδενικής χρησιμότητας και σε συνακόλουθη απομάκρυνση του προσωπικού τους, αντί για επιβολή έκτακτων εισφορών και θέσπιση καταβολής ετήσιου ενοικίου-επασφάλιστρου για το σύνολο των ιδιόκτητων ακινήτων, ακόμη κι εκείνων που δεν αποφέρουν εισόδημα!

Αν προχωρούσαμε σε οριστική διευθέτηση του συνταξιοδοτικού προβλήματος και σε εξάλειψη της αναλογιστικής ανισορροπίας που προκαλεί σε βάθος χρόνου, αντί να επιβαρύνουμε το Σύστημα με μαζικές πρόωρες συνταξιοδοτήσεις εκλεκτών πελατειακών ομάδων.

Η απροθυμία του ελληνικού κράτους να μειώσει τα ελλείμματα με μόνιμο και διαρθρωτικό τρόπο ήταν η βασική αιτία που η τρόϊκα ήταν συνεχώς δύσπιστη για τη πορεία του προγράμματος προσαρμογής κι επέμενε στη λήψη συμπληρωματικών μέτρων. Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα έπειθαν περισσότερο, θα προσέδιδαν αξιοπιστία στην ελληνική πλευρά και βεβαίως θα έκοβαν τον ομφάλιο λώρο με το παρελθόν, αφού θα επέφεραν μονιμότερου χαρακτήρα και μεγαλύτερης αποδοτικότητας αποτελέσματα.

4. Εάν τα φορολογικά έσοδα είχαν αυξηθεί ως αποτέλεσμα του περιορισμού της φοροδιαφυγής, νόμιμης και παράνομης, αντί να είναι απόρροια επιβολής νέων φόρων και έκτακτων εισφορών, που είναι μέτρα αντιαναπτυξιακά, εξουθενώνουν το σύνολο της οικονομίας, και έχουν σαφώς σύντομο χρονικό ορίζοντα και πεπερασμένη διάρκεια.

Υπό τις παρούσες συνθήκες λιτότητας τόσο η ανάπτυξη, όσο και η επίδειξη στοχευμένης κοινωνικής αλληλεγγύης, εμποδίζονται από την έλλειψη πόρων. Που οφείλεται κυρίως στις παθογένειες του κράτους τέρατος που έχουμε οικοδομήσει. Στην αντίληψη και τη λογική από τις οποίες αυτό εμφορείται. Εξ αιτίας αυτών των αντιλήψεων το πολιτικό σύστημα επιλέγει συνειδητά να προστατεύει τις πολιτικά ισχυρές μεσοαστικές συντεχνίες του ιδιωτικού τομέα και τους κάθε μορφής υπαλλήλους του κράτους, παρά τους αδύναμους, τους πραγματικά έχοντες ανάγκη  και τους αποδεδειγμένα διαβιούντες κάτω από το όριο της φτώχειας.

Συμπτωματικά ή συνειδητά το πολιτικό προσωπικό επιλέγει να προστατεύει με κάθε τρόπο τομείς δραστηριότητας του παρασιτικού τομέα της οικονομίας, εκείνου των μη εμπορεύσιμων κλάδων. Και πλήττει καταθλιπτικά τους παραγωγικούς τομείς,  εκείνους που δρούν στους εμπορεύσιμους κλάδους δραστηριότητας. Πράττει δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από εκείνο που ενδείκνυται. Επιλέγει να αγνοεί τους βασικούς κανόνες που θα έπρεπε να έχει ήδη υιοθετήσει για να δημιουργηθεί το νέο βιώσιμο παραγωγικό εξωστρεφές οικονομικό μοντέλο που χρειάζεται η ελληνική οικονομία. Να ωθήσει με τη πολιτική του στη μεταφορά μεγάλου ύψους υλικών και ανθρώπινων πόρων σε διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους της οικονομίας από τους μη εμπορεύσιμους που ως τώρα διατίθενται/απασχολούνται.

Η δική μου αίσθηση είναι πως κανένα κοινοβουλευτικό κόμμα του παρόντος Κοινοβουλίου, δεξιό ή αριστερό, δεν περιλαμβάνει στις προτεραιότητες του την αναγκαιότητα υλοποίησης των παραπάνω πολιτικών. Και αυτό ακριβώς είναι το δράμα της χώρας. Η απουσία προοπτικής. Όλοι ενδιαφέρονται πως θα ανακατέψουν τη κουτάλα μέσα στην ίδια χύτρα. Ουδείς πως θα αλλάξει το περιεχόμενο της χύτρας.

Ίσως γι αυτό να έχουμε, εκτός από τους πολιτικούς που μας αξίζουν, και το είδος της λιτότητας που μας ταιριάζει.

Βιβλιογραφία:

Αρίστου Δοξιάδη: «Το αόρατο ρήγμα». Αθήνα 2013, εκδόσεις Ίκαρος.

To κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο marketnews.gr

Η θεωρία της ορθολογικής επιλογής...Toυ Γιώργου Μπιλλίνη

Η θεωρία της ορθολογικής επιλογής (rational choise theory) συνιστά μία από τις πλέον έγκυρες, διαδεδομένες και σημαντικές μεθοδολογικές και θεωρητικές προσεγγίσεις της Πολιτικής Επιστήμης μετά το Β΄ΠΠ.

Ξεπήδησε μέσα από το Συμπεριφορικό Κίνημα (Behavioural movement), το οποίο κυριάρχησε την ίδια εποχή στο χώρο των Κοινωνικών Επιστημών, επιβάλλοντας τις θέσεις του στη μεταπολεμική αναδυόμενη νεοτερική θετικιστική εμπειρικιστική αμερικανική Πολιτική Επιστήμη.

Η θεωρία της ορθολογικής επιλογής απετέλεσε το κυριότερο εργαλείο ανάλυσης της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας μετά τη δεκαετία του ’50. Το θεμελιώδες ερώτημα που θέτει για διεξοδική διερεύνηση είναι το ερώτημα που αφορά τα αίτια της ανθρώπινης συμπεριφοράς. «Γιατί τα άτομα συμπεριφέρονται και πράττουν με ένα ορισμένο τρόπο;».

Σε αντίθεση με τη συμπεριφορική προσέγγιση, που περιορίζεται στη κοινωνιολογική και ψυχολογική «ματιά», η θεωρία της ορθολογικής επιλογής συνδέεται με τη μεθοδολογία της οικονομικής επιστήμης και το περίφημο αξίωμα της σχέσης κόστους-οφέλους (cost-benefit analysis). Εντάσσεται λοιπόν σε μια γενικότερη κατηγορία θεωριών πολιτικής ανάλυσης, τις οικονομικές θεωρίες της πολιτικής (economic theories of politics), οι οποίες παράγουν μοντέλα ανάλυσης της πολιτικής δράσης, που εδράζονται στη παραδοχή της ορθολογικής, συνεπώς της «ορθής», συμπεριφοράς των ατόμων.

Ως ορθολογική θεωρία της επιλογής ορίζεται κάθε επιστημονικό εγχείρημα αναγωγής και ερμηνείας της κοινωνικοπολιτικής δράσης στα πλαίσια των συστημάτων προτίμησης ατομικών και συλλογικών υποκειμένων. Οι άνθρωποι δηλαδή ως ξεχωριστά άτομα, αλλά και ως μέλη ομάδων συμφερόντων, σε κάθε τους ενέργεια, σε οιοδήποτε επίπεδο δρούν, λειτουργούν ορθολογικά, επιδιώκοντας κάθε φορά τη καλύτερη δυνατή λύση, αυτή που τους αποφέρει το μέγιστο δυνατό όφελος.

Οι στοχαστικές παράμετροι της σύγχρονης προσέγγισης του ορθολογικού υποκειμένου έχουν τις καταβολές και τις πηγές έμπνευσης τους στα συναφή φιλοσοφικά ρεύματα του φιλελευθερισμού και του ωφελιμισμού. Οι κλασικοί φιλελεύθεροι και οι ωφελιμιστές (Lock, Smith, Bentham, Mill κλπ) εκκινούν από τη θεμελιώδη ανθρωπολογική παραδοχή για την ατελή φύση του ανθρώπου και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η πολιτική κοινωνία μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με όρους ορθολογικής συμπεριφοράς.

Ο ωφελιμισμός αμβλύνει τις ανθρώπινες αδυναμίες και προσδίδει στη κοινωνική και πολιτική δράση του ατόμου μια έλλογη διάσταση. Το ατομικό πράττειν δεν υπόκειται εφεξής στην ηθική αδυναμία της ανθρώπινης φύσης, αλλά στην ανάγκη της ατομικής και συλλογικής επιβίωσης, που θέτει η σύμβαση του ορθολογικού λογισμού.

Η θεωρία της ορθολογικής επιλογής ιστορικά συνδέεται με τη περίφημη Σχολή της Βιρτζίνια (Τhomas Jefferson Center for Political Economy-Virginia School) και τον James Buchanan. Διακρίνεται δε σε τρείς υποκατηγορίες θεωριών: εκείνες της δημόσιας επιλογής (public choice theory), της κοινωνικής επιλογής (social choice theory) και των παιγνίων (game theory).

Η πρώτη αναφέρεται σε μεθόδους νεοκλασικής ανάλυσης, που προσπαθούν να εξηγήσουν ορθολογικά τη παροχή των δημοσίων αγαθών, που διανέμουν το κράτος και η κυβέρνηση, τόσο με βάση το άτομο, όσο και με βάση τις ομάδες συμφερόντων.

Η δεύτερη επικεντρώνεται στη λογική του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής ευημερίας και εξετάζει με ποιο τρόπο οι ατομικές προτιμήσεις είναι δυνατό να δημιουργήσουν μια κοινωνική προτίμηση.

Η θεωρία των παιγνίων σχετίζεται περισσότερο με μαθηματικά μοντέλα και αποσκοπεί μέσα από τη προσωπική στάση-απάντηση εκάστου στο «δίλημμα του φυλακισμένου» στη μελέτη των κομβικών αποφάσεων των ατόμων.

Προσπαθεί δηλαδή να αναλύσει το ρόλο των βαθύτερων ατομικών πεποιθήσεων (αρχών, αξιών) στην επιλογή των κρίσιμων αποφάσεων τις στιγμές που η ανθρώπινη συμπεριφορά έχει να αντιμετωπίσει δύσκολες ή διλημματικές καταστάσεις.

Ο θεωρητικός που δημιούργησε τη Σχολή της Βιρτζίνια είναι ο James Buchanan. Το βιβλίο «ο Λογισμός της Συναίνεσης», το οποίο συνέγραψε με τον Gordon Tullock το 1962, συνέβαλε αποφασιστικά στην οικοδόμηση των οικονομικών θεωριών της δημοκρατίας και της Νέας Πολιτικής Οικονομίας. Ενίσχυσε το θεωρητικό υπόβαθρο της «δημόσιας επιλογής» και προσέδωσε κύρος στο μοντέλο της ορθολογικής επιλογής. Για το έργο του αυτό τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομίας το 1986.

Η Σχολή της «δημόσιας επιλογής» από τη δεκαετία του ’70 και εντεύθεν αντιπαρατέθηκε στις Κεϋνσιανές και Ρωλσιανές αντιλήψεις και πιστώνεται την αναβίωση της νεοκλασικής οικονομικής σκέψης. Με αφορμή τη δημοσιονομικού χαρακτήρα κρίση του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας, κατέκτησε μεγάλη απήχηση μεταξύ των πολιτικών επιστημόνων. Στο στόχαστρο της βρέθηκε ο ελλειμματικός προϋπολογισμός του κοινωνικού κράτους. Τα δυσμενή δημόσια οικονομικά και η εξοντωτική φορολογική πολιτική τέθηκαν σε νέα βάση, ευνοώντας το «νεοφιλελεύθερο» σύστημα οικονομίας.

Το βασικό επιχείρημα των Buchanan και Tullock εστιάστηκε στη παταγώδη ανικανότητα του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους, στην ανεξέλεγκτη διόγκωση του κρατικού προϋπολογισμού (και συνακόλουθα του δημόσιου δανεισμού και της φορολογίας) και, κυρίως, στην αντίληψη ότι οι κρατικοί λειτουργοί στο δημόσιο τομέα δεν ενδιαφέρονται για ένα δήθεν συλλογικό όφελος, αλλά για τα προσωπικά τους συμφέροντα, όπως ακριβώς συμβαίνει με τα υψηλόβαθμα στελέχη των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Σημαντική κριτική άσκησαν επίσης και στον κρατικοδίαιτο συνδικαλισμό, καθώς και στην ανορθολογική συλλογική αντίληψη που αποδέχεται το κράτος υποταγμένο στα επί μέρους ειδικά συμφέροντα των διαφόρων ομάδων πίεσης. Η έννοια της γραφειοκρατικής διαφθοράς και της συνακόλουθης διασπάθισης του δημοσίου χρήματος αποτελούν από τις βασικές συνεισφορές της θεωρίας της δημόσιας επιλογής στη σύγχρονη οικονομικοπολιτική ανάλυση.

Τέλος η Σχολή της δημόσιας επιλογής έθεσε επιτακτικά το ζήτημα της πρόνοιας για θεσμοθέτηση μιάς «συνταγματικής οικονομίας», ενός δηλαδή θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα θωρακίζει και θα προστατεύει τη δημόσια οικονομία από τις ομάδες πίεσης, τα επιμέρους συμφέροντα, τη κρατική γραφειοκρατία και τη φαυλότητα των πολιτικών. Εισήγαγε θέσεις πρωτοποριακές , όπως την έννοια της δημόσιας διαφάνειας και τα κίνητρα παραγωγικότητας στους δημοσίους υπαλλήλους.

Συνοψίζοντας, η «ορθολογική επιλογή» θεμελιώνεται στις παρακάτω αρχές:

Η εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς γίνεται με βάση τη παραδοχή ότι ο πράττων δρά με ορθολογικό τρόπο.

Η ορθολογική εξήγηση στηρίζεται στους λόγους που οδήγησαν σε μια ορισμένη πράξη. Στους λόγους αυτούς περιλαμβάνονται οι σκοποί του πράττοντος, καθώς και η πληροφοριακή του βάση.

Το ορθολογικό επιχείρημα αφορά συνήθως σε ατομικές συμπεριφορές, χωρίς να αποκλείονται και οι αναφορές σε πράξεις περισσοτέρων ατόμων και κατ’ επέκταση στις μεταξύ τους διαδράσεις.

Η ορθολογική εξήγηση στις κοινωνικές επιστήμες έχει ένα ισχυρό δεσμό με τα οικονομικά και μαθηματικά μοντέλα ανάλυσης. Η οικονομική επιστήμη είναι το κατ’ εξοχήν πεδίο εφαρμογής (και θεωρητικής και εμπειρικής) της θεωρίας της ορθολογικής επιλογής. Στο χώρο της αγοράς το άτομο δρά ορθολογικά με βάση το προσωπικό του συμφέρον και με στόχο τη μεγιστοποίηση του προσωπικού του οφέλους. Κάθε κοινωνικό όφελος προκύπτει ως αποτέλεσμα των ατομικών αποφάσεων και πράξεων προς ικανοποίηση των επί μέρους ατομικών συμφερόντων.

Η σκέψη-θεωρία των James Buchanan και Gordon Tullock είναι άκρως επίκαιρη ως ερμηνευτικό πλαίσιο των συνθηκών της ελληνικής οικονομίας της μεταπολίτευσης.

Και τα προτάγματα της θα αποτελούσαν ίσως τη καλύτερη «συνταγή» για έξοδο από τη κρίση σήμερα. Μοιραία όμως στη χώρα μας οι ακολουθούμενες βλαπτικές πολιτικές αποτελούν κυριολεκτικά εφαρμογή των παραπάνω τεσσάρων θεμελιωδών αρχών της ορθολογικής επιλογής, όπως αυτή εκλαμβάνεται και μετουσιώνεται από τη βούληση των ελλήνων πολιτών. Επομένως ουδόλως πρέπει να μας ξενίζουν. Οι έλληνες πολίτες λαμβάνουν από τους πολιτικούς τους αυτό που αποζητούν, αυτό που εκείνοι θεωρούν ωφελιμιστική ορθολογική επιλογή !!!

Βιβλιογραφία:

James Buchanan - Gordon Tullock, 1962, «ο Λογισμός της Συναίνεσης», εκδόσεις Παπαζήση, 1999.

Roberts Geoffrey – Edwards Alistair, “A new dictionary of political analysis”, London, εκδόσεις Edward Arnold, 1991.

Roger Scruton, “A dictionary of political thought”, London, εκδόσεις Pan Books, 1983.

Πασχάλης Κιτρομηλίδης, «Νεότερη Πολιτική Θεωρία ΙΙ, Ωφελιμίστικος Φιλελευθερισμός Jeremy Bentham-John Stuart Mill”, Αθήνα, εκδόσεις Σάκκουλα, 1986.

Πέτρος Γέμτος, «Η μεθοδολογία των Κοινωνικών Επιστημών», Αθήνα, εκδόσεις Παπαζήση, 2004.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο marketnews.gr

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr