Menu

 

logoidea

Ανδρέας Ζαμπούκας

Ανδρέας Ζαμπούκας

"Γεννήθηκα στην Καρδίτσα το 1969. Mεγάλωσα στην «Άγρια Δύση» της θεσσαλικής επαρχίας. Σπούδασα κλασική φιλολογία και ζω στην Αθήνα. Πιστεύω στον "δυνατό" άνθρωπο, στο ανήσυχο άτομο και στον συνειδητοποιημένο πολίτη, αν και βλέπω ξεκάθαρα τις σύγχρονες δημοκρατίες εγκλωβισμένες σε ένα ελεγχόμενο σύστημα εξουσιών. Μη έχοντας  άλλη επιλογή,«φαντασιώνομαι» κοινωνίες συμμετοχικότητας όπου οι πολίτες θα είναι αυτεξούσια μέλη και θα αποφασίζουν καθημερινά για την τύχη τους. "

Η μοναξιά και η πλήξη του μαθητή

Είχα πάντοτε την απορία τι να σκέφτεται ένας μαθητής μέσα στην τάξη. Τι έχει στο μυαλό του, όσο κρατάει το σαρανταπεντάλεπτο της παράδοσης. Πέρασαν πολλά χρόνια, από τότε που ο ίδιος βίωνα τις δικές μου μοναξιές και ανυπομονούσα ν΄ακούσω το κουδούνι. Τότε δούλευε μέσα μου, το ένστικτο της εφηβικής «αυτοσυντήρησης» και δεν είχα καιρό για αναλύσεις. Ό τι κι αν σκέφτεται, πάντως, το σίγουρο είναι πως αισθάνεται μόνος. Βρίσκεται μέσα σε εικοσιπέντε άτομα αλλά όλα τα βιώνει ολομόναχος.

 

Κι αυτό γιατί το σύνολο των προγραμμάτων της εκπαιδευτικής διαδικασίας στήνουν το μαθητή απέναντι στο δάσκαλο, αγνοώντας συλλογικότητες, κοινές δράσεις, συμμετοχικές διαδικασίες και ομαδικές εργασίες. Περιμένει το διάλειμμα να βρεθεί στην παρέα της αυλής , να ανταλλάξει ένα ελεύθερο βλέμμα, να μιλήσει με τους άλλους, να κινήσει το σώμα του, να βγει από μέσα του η «απαγορευμένη» ενέργεια της ψυχής.

Ο νέος άνθρωπος έχει σώμα, πνεύμα και ένστικτα. Όλα αυτά δεν μπορεί να τα «προστατεύει» παθητικά από τους άλλους. Όταν το σχολείο λέει πως θέλει να αναπτύξει την προσωπικότητα του μαθητή και να τον κοινωνικοποιήσει, θα πρέπει να σκεφτεί σοβαρά την καλλιέργεια της πολιτικής του συνείδησης. Είναι σαφές ότι, θεσμικά, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έμεινε δεκαετίες πίσω . Όλα αυτά που θα βοηθούσαν να χτίσουμε πολιτισμό και να εξελίξουμε τη δημοκρατία πεθαίνουν μαζί με τη δημιουργικότητα του μαθητή, στις σχολικές τάξεις. Η αβάσταχτη μοναξιά των νέων ανθρώπων έφερε και την απομόνωσή τους στην πολιτική ζωή. Τα παιδιά διδάσκονται αρχές αλλοτρίωσης, όπως χρησιμοθηρία με τους βαθμούς, ατομικές διακρίσεις με υποβάθμιση του συμμαθητή, αδιαφορία για την κοινή προσπάθεια και απαξίωση για τον κόσμο των συναισθημάτων, της αγάπης, του έρωτα, της φιλίας και της δημιουργική ανάτασης.

Η μοναχική «εξατομικευμένη» αντιμετώπιση του μαθητή, που τρέφει την αρρωστημένη πολιτική του στάση στο μέλλον, πρέπει να αλλάξει. Αν όλα τα μαθήματα οργανωθούν πάνω σε projects, το ομαδικό πνεύμα θα καταπολεμήσει το ναρκισσισμό, τον ατομικισμό και τη «χαρά» απ΄την αποτυχία του άλλου. Μια καλύτερη οργάνωση των εκλογών για το δεκαπενταμελές, με ενημέρωση, διάλογο, παρουσίαση θέσεων, ηλεκτρονικές ψηφοφορίες και σεβασμό στις διαδικασίες, θα ωρίμαζε την κουλτούρα της δημοκρατικής επικοινωνίας. Ο υποχρεωτικός για όλους, σχολικός αθλητισμός θα έδινε ρόλο και στον τελευταίο μαθητή. Η ομάδα που προσπαθεί να νικήσει είναι μια «πολιτική κοινότητα», με κοινές αρετές, όπως συλλογική δημιουργία, αλληλεγγύη και κανόνες συνύπαρξης.

Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα είναι η σύνδεση με την εξωσχολική πραγματικότητα. Η επιχειρηματική αγωγή θεωρείται σχέδιο «συνωμοσίας» του «κεφαλαίου», ενώ θα έπρεπε να είναι από τα βασικά μαθήματα. Όχι μόνο θα βοηθούσε στην καλλιέργεια της επιχειρηματικής συνείδησης αλλά θα ενίσχυε το ενδιαφέρον, την έμπνευση και την οξυδέρκεια του νέου ανθρώπου. Yπάρχουν επαγγελματίες, τεχνοκράτες, άνθρωποι του πνεύματος και της αγοράς που θα έπρεπε να ενσωματώνονται με διαλέξεις, μέσα στον κόσμο των μαθημάτων.

Γενικότερα, το σχολείο πρέπει να στραφεί στην ομάδα και μέσα από εκεί να αναδείξει το άτομο. Δεν είναι δύσκoλο να θεσμοθετηθεί και η συλλογική αξιολόγηση μαζί με την ατομική.Γιατί δηλαδή, να μην υπάρχει βαθμός στον έλεγχο και για την ομάδα του project στην οποία συμμετείχε ο μαθητής; Τι όμορφο θα ήταν να πανηγυρίζει η ομάδα που πήρε τον καλύτερο βαθμό στη φυσική ή που έφτιαξε την καλύτερη εφημερίδα του σχολείου! Πως περιμένουμε να λειτουργήσουν κοινότητες και συλλογικά συμφέροντα, όταν ο καθένας σκέφτεται μόνο τον εαυτό του;
Άν όλοι αυτοί οι εμπνευσμένοι «σοβαρούληδες» του παιδαγωγικού ινστιτούτου αξιολογούσαν καλύτερα τη χρησιμότητα της παιδείας, θα συνειδητοποιούσαν τη μεγάλη ανάγκη της συλλογικότητας. Ο μαθητής πρέπει πρώτα να γίνει πολίτης και μετά να φτιάξει πολιτισμό. Πρώτα να μάθει να ζει δημιουργικά με τους γύρω του και μετά να γίνει ευτυχισμένος μέσα στη δημοκρατία του. Ο κόσμος άλλαξε και για να είσαι ανθεκτικτός στις προκλήσεις, χρειάζεσαι «όπλα» ισορροπίας και αντιμετώπισης των σύγχρονων κινδύνων. Δεν έχουν πια νόημα η εθνική προπαγάνδα και τα «εφόδια» του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού».

Ο μαθητής στην Ελλάδα, περνάει πάνω από δέκα χιλιάδες ώρες μοναξιάς, ακουμπώντας σ΄ ένα θρανίο. Προετοιμάζεται να προσομοιώσει την κάθετη σχέση με το δάσκαλο, στην κάθετη σχέση του πολίτη με το «μεσσία» πολιτικό. Όταν δεν υπάρχει ομάδα να προστατεύσει το άτομο, τα βέλη της παραπλάνησης χτυπούν πιο εύκολα κι αποτελεσματικά... Γι αυτό το λόγο χρειάζεται την «παρέα» στο διάβασμα, στο διάλογο, στην έρευνα , στο στόχο και στο αποτέλεσμα. Eίναι ώρα να μπουν στο σχολείο μαθήματα επικοινωνίας, αισθητικής αγωγής, σύνδεσης με τα ΜΜΕ, ηλεκτρονικής αγωγής, καινοτομίας και παραγωγικών σχεδίων. Είναι καιρός για πολλά πλάνα προσομοίωσης της σύγχρονης πραγματικότητας.

Η δημοκρατία δεν είναι θεωρία, βίωμα είναι και στάση ζωής. Κάποιος πρέπει να σκεφτεί στο Υπουργείο μιας πολιτική «επανάσταση» στα σχολεία. Μια αναδιοργάνωση του τρόπου λειτουργίας, διαμέσου των συλλογικών διαδικασιών. Τις λεπτομέρειες θα τις βρούμε στην πορεία. Εκείνο που θέλουμε είναι να «πολιτικοποιήσουμε» κάθε δημιουργική δράση του μαθητή και να τον μάθουμε να ζει όμορφα, μέσα στις ομάδες. Να καταλάβει μέσα από το βίωμα ότι πολιτική δεν είναι ιδεολογίες, θεωρήματα, επικλήσεις σε αυθεντίες, κομματοκρατία, ψέματα και τηλεοπτικοί τσακωμοί. Πολιτική είναι έμπνευση, σχέδιο, οργάνωση, στόχος και πάνω απ΄όλα ομαδικό αποτέλεσμα για να βελτιώσουμε την πραγματικότητα που μας περιβάλλει.

H ελληνική κοινωνία φυλακίστηκε στο συντηρητισμό και στην πολιτική καθυστέρηση. Πάει ο νέος πλούσιος και σπάταλος από τη φύση του, στο σχολείο και βγαίνει μίζερος κι ανήμπορος απ΄ τη «σοφία» των μέτριων και ταπεινών. Βλέπει τη διάσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης, καταλαβαίνει το ψέμα, χάνει την εμπιστοσύνη του και βαριέται φρικτά. Κι όποιος βαριέται στην κρίσιμη εποχή της εφηβείας, βαριέται σε όλη του τη ζωή.
Η μοναξιά του μαθητή θα σαπίσει τη δημοκρατία μας. Όσο κι αν διορθώσουμε την οικονομία, όσο κι αν βελτιώσουμε τους θεσμούς, χωρίς συλλογικό και καινοτόμο σχολείο, τίποτα δε θ΄αλλάξει. Οι κοινωνίες πεθαίνουν κάποτε, από την «πλήξη» των πολιτών τους...

Ποιος θα γκρεμίσει τη μισή Αθήνα;

Του Ανδρέα Ζαμπούκα.

 

Δεν   ξέρω πόσο  χρήσιμο είναι  να   φανερώνει  κανείς  «ευσεβείς  πόθους»  ή να  ανοίγει  «ουτοπικές» συζητήσεις. Δεν είμαι σίγουρος  επίσης, πόση  δυνατότητα  υπάρχει  να  τολμήσει   πολιτικός ή  επιστήμονας  να  εισάγει στο δημόσιο  λόγο μεγαλόπνοα  σχέδια  για  το  μέλλον  της κοινωνίας  του. Από  την άλλη, δε  βλέπω  που είναι το κακό  στο  να   ξεκινήσει  μια σοβαρή συζήτηση  για  το  πως θα είναι  η  Ελλάδα  σε   εκατό χρόνια  από  σήμερα. Κι  αν φαίνεται  γελοίο  αυτό, είμαι  πολύ βέβαιος ότι  όλα τα «πρόσκαιρα» δεινά  μας  τα  χρωστάμε   στο ό τι  απλά,  δεν το κάνουμε.

Είναι  σαφές ότι  υπάρχει διαφορά μεταξύ ιδεολογικής ουτοπίας και υπερβολικά φιλόδοξου αναπτυξιακού  πλάνου. Η  οργάνωση των κοινωνιών, πάνω  στη θεωρία του «απάνθρωπου»  και «αφύσικου»  δοκιμάστηκε και απέτυχε  αν και ακόμα, κάποιοι επιμένουν  για νέες  προσπάθειες. Όταν όμως, ζητάς να γκρεμιστεί  η μισή Αθήνα, βασίζεσαι  σε μια  λογική διαδικασία που προκύπτει από επαγωγές και τεκμηριωμένες  θέσεις. Υπάρχουν στοιχεία  από το παρελθόν, έως  την ανάλυση των   μελλοντικών προοπτικών, που  σε δικαιώνουν, τουλάχιστον ως προς την δυνατότητα της πρότασης . Έχεις  δηλαδή, δικαίωμα να  συζητάς  κάτι  που, εκ  των πραγμάτων, έχει πολλές πιθανότητες  να συμβεί στα  επόμενα  πενήντα ή  εκατό χρόνια. Αυτή άλλωστε  είναι και  η αξία  της προοδευτικής σκέψης: Nα  μιλάς τώρα γι΄ αυτό που θα συμβεί  αργότερα. Να  προβλέπεις  το  εφικτό , που τώρα  είναι μπλοκαρισμένο  στα γρανάζια του  συντηρητικού  και  του  «ασάλευτου παρόντος».

Για  να δούμε  λοιπόν,   γιατί και πως θα «γκρεμίσουμε»  την Αθήνα...

Η  πόλη  αυτή  γιγαντώθηκε  άναρχα, πέφτοντας θύμα  των τριών ελληνικών κακών, της  τυχοδιωκτικής μικροκαπιταλιστικής οικονομίας, της  πολιτιστικής  κρίσης και της  έλλειψης παιδείας των Ελλήνων.  Η  Αθήνα  είναι μία τερατογένvεση  που  δημιουργήθηκε  από  την  αδυναμία του ελληνικού κράτους να οργανώσει  μια υγιή οικονομία, να αναπτύξει  το  σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό και  να  μορφώσει  τους  πολίτες του.

Έφτασαν οι  Έλληνες  από τα χωριά  τους σε έναν  τόπο ξένο  που  ποτέ  δεν αγάπησαν. Εθίστηκαν στον επαρχιωτισμό, στην ξενομανία και  στην προοδοπληξία γιατί  δεν είχαν ποτέ αστική κουλτούρα. Έζησαν  με επαγγέλματα παραοικονομίας  τα οποία διέδωσαν σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Καλλιέργησαν την υποκουλτούρα, το πελατειακό κράτος  και  γιγάντωσαν το  συγκεντρωτισμό. Γκρέμισαν  τις υποτυπώδεις αστικές δομές, τα νεοκλασικά  κτίρια, οτιδήποτε  φτιάχτηκε  ως «κτήμα ες αεί»  και  έχτισαν   τα κακέκτυπα  της  αμερικάνικης αρχιτεκτονικής. Αντικατέστησαν το «αιώνιο»  με το πρόχειρο και  το αντιαισθητικό. Κατέστρεψαν το  φυσικό περιβάλλον του πιο  ευλογημένου τόπου στον κόσμο για  να μυρίσουν λίγο «δυτικό καυσαέριο». Έστησαν πελατειακά δίκτυα  και  απαξίωσαν  ολόκληρη την περιφέρεια η οποία έπρεπε  να  «υποβάλει τα σέβη της»  στο υδροκέφαλο αθηναϊκό κράτος, για  λίγα ψίχουλα  ανάπτυξης.

Όλα  τα παραπάνω, όλα τα εγκλήματα του  μεταπολεμικού νεοελληνικού κράτους, σ΄ αυτό  το «άντρο»  παρακμής  οργανώθηκαν.  Εδώ καταστράφηκε  ο  ελληνικός  πολιτισμός. Και  είναι  τραγική ειρωνεία, να  γεννιέται  τόσο μίσος, τόση κακομοιριά, τόση καθυστέρηση  στην πόλη που «φώτισε»  τον κόσμο  και  ενέπνευσε ολόκληρο  το  δυτικό πολιτισμό. Λες   κι  ο  Ποσειδώνας  θυμήθηκε μετά  από χιλιάδες χρόνια  την ήττα του από  την Αθηνά και  θέλησε να  την εκδικηθεί.

Και  να που τώρα  φτάσαμε  στο κατώφλι της  χρεοκοπίας. Και της οικονομικής και  της  πνευματικής και της πολιτικής. Να λοιπόν που  αυτό το συγκεντρωτικό  «κράτος φάντασμα»  έφτασε στα όριά  του. Ακόμα  όμως, δε  βλέπουμε  την ουσία του προβλήματος. Στην Αττική  ζουν  τέσσερα εκατομμύρια  άνθρωποι που  στη  συντριπτική τους  πλειοψηφία δεν έχουν ουσιαστικούς λόγους να είναι Αθηναίοι. Πρώτον δεν έχουν πλέον εργασία   γιατί  τα  περίφημα «αστικά»  επαγγέλματα «χρεοκόπησαν». Το  40% του ΑΕΠ που παρήγαγε η  Αττική δεν υπάρχει  πια.  

Δεύτερον, φυτοζωούν σε κακές  συνθήκες διαβίωσης και σε  άχαρες γειτονιές, χωρίς υποδομές και ποιότητα  ζωής. 

Τρίτον  δεν τους συνδέει τίποτα  μ΄ αυτή την πόλη, δεδομένης της  απομόνωσής τους  από  τα ενδιαφέροντά της. Πόσοι κάτοικοι της Αθήνας παρακολουθούν θέατρο, επισκέπτονται τα πάρκα  της, τα μουσεία  της, τους πολιτιστικούς της χώρους; Τώρα πια  ούτε  στις  «φίρμες»  στα  μπουζούκια  δε  μπορούν να πάνε. 

Τέταρτον, η  εξέλιξη  της αξίας των ακινήτων δεν επιτρέπει  σε πολλούς να σκεφτούν ότι εδώ είναι η «περιουσία»  τους και  πρέπει να την προστατεύσουν. Και  τέλος πάντων, ας  κάνει  κάποιος  μια  εμπεριστατωμένη έρευνα  να μάθουμε, για  όλο το λεκανοπέδιο, τη διαστρωμάτωση των επαγγελμάτων, των συνταξιούχων, των ηλικιών, των ανέργων, των νέων. Ίσως εκπλαγούμε  αρνητικά, όταν διαπιστώσουμε ότι μια πόλη δεν μπορεί  να ζήσει για  πολύ με  ανενεργό οικονομικά  πληθυσμό.

Δεν υπάρχει  χώρα  στον κόσμο  να  έχει  σε μία πόλη το  μισό πληθυσμό της.  Το «σοβιετικό»  μοντέλο ανάπτυξης, πότε  με  τα χουντικά δάνεια, πότε  με τις  «εργολαβίες» του  ΠΑΣΟΚ, πότε  με τους  Ολυμπιακούς  και  τη  φούσκα  των ακινήτων «τάισε»  με «διογκωτικά»  την Αθήνα. Τώρα όμως  αυτό  τελείωσε και  για πρώτη φορά  η ελληνική οικονομία μπαίνει  μπροστά  στα   ρεαλιστικά της  διλήμματα.

Με  λίγα λόγια, ο πληθυσμός  της Αθήνας θα  πρέπει  να αναζητήσει  νέες διεξόδους για να  επιβιώσει τις επόμενες δεκαετίες. Σε  πρώτη  φάση, η επιχειρηματικότητα στην αγροτική οικονομία και στη μεταποίηση, θα δώσει κίνητρα για  αθρόες μετακομίσεις. Ο   σχεδιασμός νέων συνοικιών σε επαρχιακές πόλεις, η ένταξη στο σχέδιο αγροτικών περιοχών, το  κτηματολόγιο, η  ενίσχυση  του  τουρισμού και οι πιθανές  εξελίξεις  στην εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου  είναι κάποιοι από τους παράγοντες που θα «έσπρωχναν»  τους Αθηναίους  στην επαρχία. Όσο  για  το  «γκρέμισμα» θα μπορούσε ρεαλιστικά να συμβεί με  ένα οργανωμένο  εθνικό σχέδιο, που θα προέβλεπε  ανταλλαγή τετραγωνικών  από την Αθήνα, στην περιοχή της μετεγκατάστασης. Μην ξεχνάμε ότι  ο ΟΕΚ ή ό,τι άλλο τον έχει αντικαταστήσει, έχει χτίσει  εργατικές κατοικίες που είναι πολύ πιο λειτουργικές και όμορφες από τις ιδιωτικές πολυκατοικίες.  Άλλωστε, αυτός μοιάζει  να είναι και  ο  μοναδικός τρόπος να  ξαναφτιάξουμε  τις  πόλεις μας και να αναθερμάνουμε την παγωμένη οικοδομική δραστηριότητα  με τη συμμετοχή και μεγάλων, υπεύθυνων και σοβαρών ιδιωτικών εταιριών.

Έτσι  η Αθήνα  θα  γέμιζε πάρκα  μακρόστενα που θα κατέβαιναν μαζί με τα ρέματα του Υμηττού, θα αποκάλυπτε νέους αρχαιολογικούς χώρους, θα αναβάθμιζε  τη ζωή των κατοίκων της  και  θα έβαζε τις βάσεις για να  γίνει και πάλι  το πολιτισμικό κέντρο του κόσμου. Θα  παρέμενε  ένας  πληθυσμός  με πραγματικά  αστικά  χαρακτηριστικά, οικονομικά και πολιτισμικά. Από την άλλη, η  ανάπτυξη  της περιφερειακής οικονομίας θα δημιουργούσε  για τους   Έλληνες, θέλγητρα για  να  ξαναχτίσουν έναν πολιτισμό αποκεντρωμένο  και  ανθρώπινο.

Ξέρω  πόσο  εξωφρενική ακούγεται   μια τέτοια προοπτική  , όταν σκεφτεί κανείς  ότι ούτε το Ελληνικό δεν μπορούμε  να αξιοποιήσουμε  τόσα χρόνια. Όμως ας βρεθεί  κάποιος να αρνηθεί  ότι δεν θα έπρεπε  να γίνει έτσι και  ότι μπορεί  να  προβλέψει με μετρήσιμες πιθανότητες, πως θα είναι αυτή η  πόλη  σε  εκατό χρόνια. Aς  βρεθεί  κάποιος να μου  πει ότι  δεν υπάρχει πιο  μεγάλο  εθνικό έγκλημα, να  έχεις  μια πόλη με το  πιο  σημαντικό brand name στον πλανήτη  και  να μη θέλεις  να  το εκμεταλλευτείς.

Ο συντηρητισμός  και  η ακινησία  του «κακόμοιρου»  κράτους  μας κάνουν να μη μπορούμε να δούμε πέρα από  τη μύτη  μας.  Δεν υπάρχουν  πολλά περιθώρια  επιβίωσης  της χώρας αν δεν γίνουν επαναστάσεις. Όποιος ενδιαφέρεται  για το μέλλον της   δε  νοιάζεται  μόνο  για  το δικό του σαρκίο και τη  μίζερη εποχή του. Βλέπει  πολύ μακριά  και δημιουργεί πολιτισμό, πάνω στο  διηνεκές  του χρόνου. Έτσι  έκαναν όλοι αυτοί που κληροδότησαν παρακαταθήκες με τις δημιουργίες τους στην αρχιτεκτονική, στη φιλοσοφία, στην επιστήμη, στην τέχνη και  στο σχεδιασμό υπέροχων πόλεων. Ό,τι έκαναν το  σχεδίαζαν για να  μείνει αιώνια. Μόνο  οι πόλεμοι κι οι φυσικές καταστροφές  κατέστρεφαν τις  δημιουργίες τους.  Ελπίζω  να μην περιμένουμε  κι εμείς  κάτι ανάλογο, για  να ξεκινήσουμε από την αρχή.
  
Κλείνοντας, θέλω να επισημάνω ότι  το  ζήτημα  δεν είναι  μόνο να πάρουμε  απόφαση να γκρεμίσουμε τώρα  την Αθήνα.  Έτσι κι αλλιώς ,όταν  φύγει  η γενιά  των παππούδων με τις συντάξεις , θα  ξεκινήσουν αναγκαστικά και τα μεγάλα «καραβάνια» για τα χωριά τους. Η μεγάλη πρόκληση είναι  να μπορούμε ανοιχτά  και  με παρρησία να διατυπώνουμε   μακρόπνοα σχέδια   ουσιαστικών λύσεων για  το μέλλον της κοινωνίας μας. Το μεγάλο κέρδος  θα είναι  αυτό που φαίνεται τώρα  παράλογο, σε λίγο καιρό  να φαντάζει  ως  απαραίτητη λύση. Διαφορετικά, θα  κυνηγάμε «αδειανά πουκάμισα»  περιμένοντας στωικά  τον αφανισμό μας...

Πηγή:www.capital.gr

Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
arriton2
© 2013, arriton.gr